Η βασική εξέταση για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του μαστού παραμένει η μαστογραφία, χωρίς να είναι ωστόσο, εξίσου αποτελεσματική σε όλες τις γυναίκες. Στους πυκνούς μαστούς, ο ίδιος ο ιστός μπορεί να κρύψει έναν όγκο στην απεικόνιση, δυσκολεύοντας τον εντοπισμό του και αυξάνοντας τον κίνδυνο να καθυστερήσει η διάγνωση.
Το πρόβλημα αφορά μια μεγάλη ομάδα γυναικών: περίπου το 40% όσων είναι ηλικίας 40 ετών και άνω και υποβάλλονται σε μαστογραφία έχουν πυκνούς μαστούς. Παράλληλα, η υψηλή πυκνότητα δεν αποτελεί μόνο εμπόδιο στην απεικόνιση, αλλά συνδέεται και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ετήσια επιστημονική συνάντηση της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Απεικόνισης Μαστού (EUSOBI 2026) στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας, στην οποία βρέθηκε το iatropedia.gr, το 20% έως 30% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού εξακολουθεί να διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο, παρότι σε 24 ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζονται οργανωμένα πληθυσμιακά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου με μαστογραφία.
Η δυσκολία, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην πρόσβαση στην εξέταση, αλλά και στα όριά της.
Πότε η μαστογραφία μπορεί να μην εντοπίσει έναν όγκο
«Οι πυκνοί μαστοί είναι πολύ σημαντικοί στη διάγνωση για δύο λόγους», εξήγησε η Δρ. Joana Reis, ακτινολόγος μαστού και επικεφαλής Παγκόσμιων Λύσεων Απεικόνισης Μαστού στον τομέα Ιατρικών Υποθέσεων για την Ακτινολογία της Bayer, επισημαίνοντας πώς ο πρώτος λόγος αφορά την ίδια την εικόνα της μαστογραφίας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Ο πυκνός μαζικός ιστός εμφανίζεται λευκός, όπως και πολλές καρκινικές αλλοιώσεις. Έτσι, ένας όγκος μπορεί να καλυφθεί από τον γύρω ιστό και να μην είναι εύκολα ορατός. Με άλλα λόγια, η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί κανονικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται κάθε πιθανότητα καρκίνου», λέει.
Ο δεύτερος λόγος αφορά τον αυξημένο κίνδυνο νόσησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η επιστήμονας, οι γυναίκες με πυκνούς μαστούς έχουν τετραπλάσιο έως εξαπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε σύγκριση με γυναίκες με λιγότερο πυκνούς μαστούς.
Η πυκνότητα, πάντως, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με την όψη του στήθους ή με την ψηλάφηση. Πρόκειται για ένα καθαρά απεικονιστικό χαρακτηριστικό, το οποίο διαπιστώνεται μόνο στη μαστογραφία.
Όπως τόνισε με έμφαση η Δρ. Reis, ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση συνδέεται με καλύτερη πρόγνωση, καθώς η θεραπεία είναι αποτελεσματικότερη και καλύτερα ανεκτή όταν η νόσος εντοπίζεται σε αρχικό στάδιο.
«Η μαστογραφία αποτελεί τη βασική γραμμή άμυνας και την καθιερωμένη εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου σε 24 ευρωπαϊκές χώρες, όμως για ορισμένες ομάδες γυναικών η μαστογραφία από μόνη της δεν είναι αρκετή», ανέφερε.
Η μαστογραφία, χωρίς καμία αμφιβολία είναι μια εξέταση που δεν πρέπει να εγκαταληφθεί, αλλά θα πρέπει στις παραπάνω περιπτώσεις να συμπληρωθεί ο έλεγχος όταν η πυκνότητα του μαστού περιορίζει την αποτελεσματικότητά της.
Τι αλλάζει με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για τους πυκνούς μαστούς
Σημαντικό σημείο αναφοράς για την αλλαγή της προσέγγισης αποτέλεσε η ολλανδική μελέτη DENSE, που δημοσιεύθηκε το 2019 στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine.
Η μελέτη αξιολόγησε τη συμπληρωματική χρήση μαγνητικής τομογραφίας με σκιαγραφικό σε γυναίκες με εξαιρετικά πυκνούς μαστούς. Τα ευρήματα έδειξαν σημαντική μείωση των λεγόμενων «ενδιάμεσων καρκίνων», δηλαδή των περιπτώσεων που διαγιγνώσκονται στο διάστημα ανάμεσα σε δύο προγραμματισμένες μαστογραφίες.
Τα δεδομένα αυτά συνέβαλαν στη διαμόρφωση των συστάσεων της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Απεικόνισης Μαστού (EUSOBI), οι οποίες δημοσιεύθηκαν τον Μάρτιο του 2022 στο European Radiology.
Οι συστάσεις εισάγουν τρεις βασικές κατευθύνσεις:
1.Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται για την πυκνότητα των μαστών τους.
Για τις γυναίκες ηλικίας 50 έως 70 ετών με εξαιρετικά πυκνούς μαστούς προτείνεται συμπληρωματική μαγνητική τομογραφία με σκιαγραφικό κάθε δύο έως τρία χρόνια.
2. Η ενημέρωση δεν αφορά μόνο ένα χαρακτηριστικό που αναγράφεται στο αποτέλεσμα της εξέτασης. Περιλαμβάνει και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει τόσο στην αξιοπιστία της μαστογραφίας όσο και στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Πρόκειται για τη δυναμική μαγνητική τομογραφία μαστού με ενίσχυση σκιαγραφικού (DCE-MRI), η οποία μπορεί να αναδείξει αλλοιώσεις που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν στη μαστογραφία.
3. Όταν δεν είναι διαθέσιμη η μαγνητική τομογραφία, προτείνεται ο συνδυασμός μαστογραφίας και υπερηχογραφήματος.
Η εναλλακτική αυτή δεν σημαίνει ότι οι εξετάσεις είναι ισοδύναμες. Οι γυναίκες πρέπει να ενημερώνονται για τις διαφορές στην απεικονιστική τους απόδοση.
Οι συστάσεις αφορούν συγκεκριμένα τις γυναίκες με εξαιρετικά πυκνούς μαστούς και δεν συνιστούν γενική οδηγία για όλες τις γυναίκες που υποβάλλονται σε μαστογραφία.
Μαγνητική τομογραφία και σκιαγραφικό: Τι δείχνουν οι νεότερες μελέτες
Η έρευνα, ωστόσο, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην κλασική μαγνητική τομογραφία με σκιαγραφικό. Εξετάζονται και άλλες τεχνικές που θα μπορούσαν να διευρύνουν τις επιλογές συμπληρωματικού ελέγχου, με διαφορετικές απαιτήσεις σε χρόνο και εξοπλισμό.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μαστογραφία με ενίσχυση σκιαγραφικού (contrast-enhanced mammography) και η συντομευμένη μαγνητική τομογραφία (abbreviated MRI), μια εκδοχή της μαγνητικής που έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ολοκληρώνεται σε μικρότερο χρόνο.
Στο πεδίο αυτό εντάσσονται η ολλανδική μελέτη DENSE-2 και η βρετανική μελέτη BRAID, η οποία δημοσιεύθηκε στο The Lancet.
- Η DENSE-2 αξιολογεί τρεις διαγνωστικούς συνδυασμούς: τη συντομευμένη μαγνητική τομογραφία, τη μαστογραφία με ενίσχυση σκιαγραφικού και την κλασική μαστογραφία.
- Η BRAID επίσης εξετάζει τρεις διαφορετικές εξετάσεις: τη συντομευμένη μαγνητική τομογραφία, τη μαστογραφία με ενίσχυση σκιαγραφικού και το αυτοματοποιημένο υπερηχογράφημα μαστού.
Οι μελέτες αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια να αξιολογηθούν πρόσθετες επιλογές για τις γυναίκες στις οποίες η κλασική μαστογραφία παρουσιάζει περιορισμούς.
Η Δρ. Reis υπογράμμισε τη σημασία των δεδομένων της DENSE, την οποία έγινε με την υποστήριξη της Bayer, η οποία ήταν μια μελέτη με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών συστάσεων.
«Τα αποτελέσματα ήταν καθοριστικά, καθώς έδειξαν ότι στην ομάδα που έλαβε τη μαγνητική τομογραφία μειώθηκαν σημαντικά οι ενδιάμεσοι καρκίνοι», σημείωσε.
Η αξιολόγηση των νέων τεχνικών έχει ιδιαίτερη σημασία, επισήμανε η επιστήμονας, καθώς παρά τη διαγνωστική αποτελεσματικότητα τους, για την ευρεία εφαρμογή τους υπάρχουν ακόμη περιορισμοί.
Αυτοί είναι: η διαθεσιμότητα του εξοπλισμού, η πρόσβαση των γυναικών και η δυνατότητα ένταξης των εξετάσεων στα οργανωμένα προγράμματα ελέγχου, παράγοντες που επί του παρόντος φαίνεται να επηρεάζουν την εφαρμογή τους στην καθημερινή κλινική πράξη.
Το μεγάλο κενό: Πόσες γυναίκες γνωρίζουν ότι έχουν πυκνούς μαστούς;
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που ανέδειξαν οι ομιλητές ήταν το γεγονός πώς ακόμη και όταν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα και διαθέσιμες διαγνωστικές τεχνικές, η ενημέρωση των γυναικών παραμένει κρίσιμος παράγοντας.
Έρευνα σε περίπου 3.000 γυναίκες, η οποία αποδίδεται στους Endrikat και συνεργάτες και δημοσιεύθηκε το 2024, έδειξε ότι μόλις το 31% γνώριζε πως η υψηλή πυκνότητα του μαστού αποτελεί παράγοντα κινδύνου για καρκίνο του μαστού.
Την ίδια στιγμή, το 63% των γυναικών θεωρεί τον επαγγελματία υγείας την πιο έγκυρη και σχετική πηγή ενημέρωσης για τη νόσο.
Συμπερασματικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα ουσιαστικό πρόβλημα: μια γυναίκα μπορεί να υποβάλλεται στον καθιερωμένο προληπτικό έλεγχο, χωρίς ωστόσο να έχει επίγνωση πώς η πυκνότητα του μαστού της επηρεάζει την αξιοπιστία της εξέτασης ή ότι μπορεί να χρειάζεται περαιτέρω εξατομικευμένη αξιολόγηση.
«Δεν αρκεί μόνο να διαθέτουμε τις διαγνωστικές λύσεις, αλλά πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα για να εφαρμοστούν στην πράξη», τόνισε χαρακτηριστικά η Δρ. Reis.
Η ίδια επέμεινε στην ανάγκη ενημέρωσης τόσο των γυναικών όσο και των επαγγελματιών υγείας, ώστε η γνώση για την πυκνότητα του μαστού να μεταφράζεται σε συζήτηση και λήψη αποφάσεων για τις διαθέσιμες επιλογές ελέγχου.
Η επιλογή συμπληρωματικής απεικόνισης πρέπει να συζητείται με τον γιατρό της, λαμβάνοντας υπόψη την πυκνότητα του μαστού, την ηλικία και το συνολικό προφίλ κινδύνου.
Το Μάαστριχτ και η επένδυση της Bayer στην ιατρική απεικόνιση
Η δημοσιογραφική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας, κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο και τη Γερμανία, μια περιοχή με έντονη ερευνητική και πανεπιστημιακή δραστηριότητα.
Στο τοπικό οικοσύστημα καινοτομίας συμμετέχουν το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ, το ερευνητικό δίκτυο Brightlands και το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο του Μάαστριχτ (MUMC+), το οποίο επισκέφθηκε η δημοσιογραφική μας αποστολή. Κατά την επίσκεψη, οι δημοσιογράφοι ενημερώθηκαν από τον ακτινολόγο Δρ. Thiemo van Nijnatten, για το σύστημα προσυμπτωματικού ελέγχου του καρκίνου του μαστού που ακολουθείται στο νοσοκομείο.
Στην ίδια πόλη βρίσκεται και η Bayer Medical Care BV, η οποία ιδρύθηκε το 1989 ως Medrad EU και το 2013 μετονομάστηκε σε Bayer Medical Care BV.
Η εταιρεία λειτουργεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και εισαγωγέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τον Κανονισμό για τα Ιατροτεχνολογικά Προϊόντα (MDR).
Το κέντρο απασχολεί εργαζομένους από περισσότερες από 25 εθνικότητες και διαθέτει περίπου 75 μηχανικούς πεδίου, οι οποίοι υποστηρίζουν τη λειτουργία και την τεχνική εξυπηρέτηση του εξοπλισμού. Παράλληλα, λειτουργεί ως εκπαιδευτικό κέντρο, υποδεχόμενο περίπου 1.500 επισκέπτες ετησίως.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στους δημοσιογράφους, αποτελεί, πέρα από τον νόμιμο κατασκευαστή, το μοναδικό άλλο εξειδικευμένο κέντρο επισκευών ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού της Bayer παγκοσμίως. Στις εγκαταστάσεις της CEVA αποθηκεύεται το πλήρες χαρτοφυλάκιο ιατροτεχνολογικών προϊόντων της εταιρείας.
Η παρουσίαση των εγκαταστάσεων εντάχθηκε στην ευρύτερη ενημέρωση για τη δραστηριότητα της Bayer στην ιατρική απεικόνιση, έναν τομέα στον οποίο η χρήση σκιαγραφικών μέσων και ο σχετικός εξοπλισμός αποτελούν μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας.
Πηγή: Iatropedia.gr