Την ώρα που η αγορά των αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα πιέσεων και οι αποδόσεις έχουν εκτιναχθεί στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 24 ετών, ένας από τους πιο επιτυχημένους διαχειριστές κεφαλαίων της Morgan Stanley αποφασίζει να κινηθεί αντίθετα από το κλίμα που επικρατεί στην αγορά.
Ο Βισάλ Καντούτζα φαίνεται να βλέπει εκεί όπου άλλοι επενδυτές ανησυχούν μια ευκαιρία που, κατά την εκτίμησή του, δεν έχει εμφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια και για τον λόγο αυτό προξενεί εντύπωση το γιατί κάποιος με την εμπειρία και το κύρος που παίρνει από τη Morgan Stanley, δείχνει έτοιμος να επενδύσει στα αμερικανικά ομόλογα.
Η επιλογή του αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο επειδή πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντονης αναταραχής, αλλά και επειδή το επενδυτικό κεφάλαιο που συνδιαχειρίζεται έχει ξεπεράσει σε επιδόσεις το 97% των αντίστοιχων funds την τελευταία δεκαετία, όπως αναφέρουν πληροφορίες του Bloomberg.
Τώρα, ο Βισάλ Καντούτζα εγκαταλείπει τη μακροχρόνια επιφυλακτική στάση του απέναντι στον κίνδυνο επιτοκίων και αυξάνει την έκθεσή του στα αμερικανικά ομόλογα, ποντάροντας ότι οι ίδιες οι υψηλές αποδόσεις που τρομάζουν την αγορά θα συμβάλουν τελικά στην αναστροφή της τάσης.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το Eaton Vance Total Return Bond Fund, ύψους 4,1 δισ. δολαρίων, το οποίο συνδιαχειρίζεται με τον Brian Ellis, αύξησε τη διάρκειά του στα 6,07 έτη τον Ιούνιο, έναντι 5,8 ετών του δείκτη αναφοράς Bloomberg US Aggregate Bond Index. Είναι η πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία που το fund επιλέγει να διατηρεί μεγαλύτερη διάρκεια από τον δείκτη, αναλαμβάνοντας αυξημένο κίνδυνο από τις μεταβολές των επιτοκίων.
Η κίνηση αυτή σημαίνει ότι το χαρτοφυλάκιο μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο εάν οι αποδόσεις υποχωρήσουν και οι τιμές των ομολόγων ανακάμψουν. Σημαίνει, όμως, και ότι θα είναι περισσότερο εκτεθειμένο σε ενδεχόμενη συνέχιση της ανόδου των αποδόσεων. Ο Khanduja επιλέγει να αναλάβει αυτόν τον κίνδυνο ακριβώς τη στιγμή που η αγορά δοκιμάζεται.
Η καθοδική πορεία των ομολόγων
Ο πόλεμος με το Ιράν και η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας έχουν αναζωπυρώσει τους φόβους για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, ενώ η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας, οι μεγάλες ανάγκες κρατικού δανεισμού και η αύξηση των εταιρικών εκδόσεων χρέους για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν τις πιέσεις.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στην απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου, η οποία έχει αυξηθεί κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα από τον Ιούνιο, φτάνοντας την Τετάρτη (7.10.2026) στο 5,36%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 24 ετών.
Για τους κατόχους ομολόγων, η άνοδος των αποδόσεων συνεπάγεται πτώση της αξίας των τίτλων τους. Για έναν επενδυτή που εξετάζει τώρα την αγορά τους, όμως, σημαίνει ότι μπορεί να εξασφαλίσει υψηλότερο εισόδημα από τόκους και σε αυτήν ακριβώς τη διαφορά στηρίζει τη στρατηγική του ο Καντούτζα.
Ο ίδιος δεν υποστηρίζει ότι οι πιέσεις έχουν τελειώσει. Αντίθετα, παραδέχεται ότι οι αποδόσεις θα μπορούσαν να αυξηθούν ακόμη κατά 10 έως 15 μονάδες βάσης. Ωστόσο, εκτιμά ότι το εισόδημα που προσφέρουν πλέον τα αμερικανικά ομόλογα είναι αρκετά υψηλό ώστε να περιορίσει τις συνέπειες μιας νέας υποχώρησης των τιμών τους.
Γι’ αυτό και δεν προχωρά σε μια απότομη αλλαγή θέσεων. Όπως εξήγησε στο Bloomberg, αυξάνει σταδιακά την έκθεση του χαρτοφυλακίου, αξιοποιώντας τις υπερβολικές κινήσεις της αγοράς. Η εμπιστοσύνη του στις προοπτικές των επόμενων 12 μηνών, πάντως, είναι ιδιαίτερα ισχυρή.
Το παράδοξο της Fed
Πίσω από τη στρατηγική του βρίσκεται και μια εκτίμηση που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αντιφατική, αφού η αυστηρότερη πολιτική της Fed, η οποία σήμερα ασκεί πιέσεις στα ομόλογα, μπορεί τελικά να δημιουργήσει τις συνθήκες για την ανάκαμψή τους.
Η Fed αύξησε τον Σεπτέμβριο τα επιτόκια για πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια, σηματοδοτώντας παράλληλα ότι θα μπορούσαν να ακολουθήσουν νέες αυξήσεις. Η προοπτική αυτή έχει επιβαρύνει την αγορά κρατικού χρέους, καθώς οι επενδυτές προσαρμόζονται στο ενδεχόμενο υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ο Καντούτζα εκτιμά ότι η αποφασιστικότητα της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας να περιορίσει τον πληθωρισμό θα αρχίσει σταδιακά να επηρεάζει την πραγματική οικονομία και καθώς ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος, η κατανάλωση και οι επενδύσεις δέχονται πιέσεις, γεγονός που θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάπτυξη και να περιορίσει τελικά την άνοδο των αποδόσεων.
Οι πρώτες ενδείξεις αυτής της πίεσης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ήδη ορατές αφού νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα, υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και κυβερνήσεις με μεγάλες δανειακές ανάγκες δυσκολεύονται περισσότερο να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.
Χαρακτηριστική είναι η διεύρυνση των περιθωρίων δανεισμού για εταιρείες χαμηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης, αλλά και για ορισμένα κράτη, όπως η Γαλλία. Πρόκειται για μια εξέλιξη που, κατά τον ίδιο, δείχνει ότι οι υψηλές αποδόσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν να αυξάνονται χωρίς επιπτώσεις στην οικονομία.
Το όριο του 6%
Ένα ακόμη στοιχείο που εξηγεί την αισιοδοξία του είναι οι υπολογισμοί για το εισόδημα που μπορούν να αποφέρουν τα ομόλογα στα σημερινά επίπεδα.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg, ένας επενδυτής που αγοράζει αμερικανικά 10ετή ομόλογα με τις τρέχουσες αποδόσεις θα μπορούσε να αντέξει μια άνοδό τους περίπου στο 6% μέσα στον επόμενο χρόνο, προτού οι απώλειες από την πτώση της τιμής εξανεμίσουν το εισόδημα από τόκους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια επένδυση είναι χωρίς κίνδυνο. Δείχνει, όμως, πόσο έχει αλλάξει η σχέση μεταξύ της πιθανής απόδοσης και των απωλειών, έπειτα από τη μεγάλη άνοδο του κόστους δανεισμού.
Η απόφαση του διαχειριστή κεφαλαίων με «παράδοση» στη Morgan Stanley, συγκεντρώνει ενδιαφέρον και λόγω της πορείας του fund που διαχειρίζεται. Το Eaton Vance Total Return Bond Fund έχει πετύχει μέση ετήσια απόδοση 2,9% την τελευταία δεκαετία, υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη του δείκτη Bloomberg US Aggregate Bond Index, ξεπερνώντας παράλληλα σε επιδόσεις το 97% των ανταγωνιστικών κεφαλαίων που παρακολουθεί η Morningstar.
Οι επιδόσεις αυτές όμως δεν το έχουν προστατεύσει από τη φετινή αναταραχή, αφού από την αρχή του 2026, το fund καταγράφει απώλειες περίπου 2,8%, αντίστοιχες με εκείνες του δείκτη αναφοράς, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και η ενεργειακή κρίση έχουν πλήξει συνολικά την αγορά τίτλων σταθερού εισοδήματος.
Παρά τις απώλειες, ο Βισάλ Καντούτζα θεωρεί ότι οι αποτιμήσεις των ομολόγων έχουν γίνει ιδιαίτερα ελκυστικές. Χωρίς να ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πότε θα αντιστραφεί η αγορά, αναζητά είναι τον καταλύτη που θα οδηγήσει τις αποδόσεις χαμηλότερα και τις τιμές των ομολόγων υψηλότερα.
Έτσι, την ώρα που οι υψηλές αποδόσεις εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία στις αγορές, ένας διαχειριστής με αποδεδειγμένα ισχυρές μακροχρόνιες επιδόσεις επιλέγει να αυξήσει την έκθεσή του στον ίδιο κίνδυνο που επί χρόνια απέφευγε. Το στοίχημά του είναι ότι οι σημερινές υψηλές αποδόσεις προσφέρουν μια επενδυτική ευκαιρία, προτού η επιβράδυνση της οικονομίας αλλάξει την πορεία της αγοράς ομολόγων.
