Πιο επίμονος από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αποδεικνύεται ο πληθωρισμός, την ώρα που η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει έντονα αρνητική και κρατά χαμηλά τη διάθεση για κατανάλωση, που είναι και ο καταλύτης για την ανάπτυξη στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο αν η οικονομία διατηρεί την τροχιά ανάπτυξης, αλλά στο ότι οι ενδείξεις δείχνουν δύο διαφορετικές διαθέσεις. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο αισιόδοξες, όπως αποτυπώνεται σε δείκτες οικονομικού κλίματος και μεταποίησης. Από την άλλη, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να δηλώνουν απαισιοδοξία, κάτω από το βάρος του επίμονου πληθωρισμού, ο οποίος ενσωματώνεται στις προσδοκίες τους και διαβρώνει την αγοραστική δύναμη του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε στις 106,9 μονάδες το δ’ τρίμηνο 2025 από 108,3 μονάδες το γ’ τρίμηνο, παραμένοντας όμως πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων. Στο ίδιο πλαίσιο, ο δείκτης PMI μεταποίησης διατηρήθηκε στις 53 μονάδες, σε επίπεδα που παραπέμπουν σε βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών. Αντίθετα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης επιδεινώθηκε για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο και διαμορφώθηκε στις -48,4 μονάδες, μια ένδειξη που ενδέχεται να λειτουργήσει ανασταλτικά για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης στο προσεχές διάστημα.
Η επιμονή του πληθωρισμού αποτελεί τον συνδετικό κρίκο πίσω από τη χαμηλή εμπιστοσύνη. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2024, στο 2,9% το 2025 από 3% το 2024. Για τον Δεκέμβριο 2025, η ετήσια μεταβολή ήταν 2,9% και ο μέσος όρος 12 μηνών επίσης 2,9%. Οι πιέσεις προέρχονται κυρίως από τις υπηρεσίες και τα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής, δηλαδή σε κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα το καθημερινό κόστος διαβίωσης και, κατά συνέπεια, το κλίμα των νοικοκυριών.
Στην ανάλυση της Eurobank επισημαίνεται ότι υπάρχει μεν αντίβαρο, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει το κλίμα. Η αύξηση της απασχόλησης και των ονομαστικών μισθών λειτουργεί ως παράγοντας που αμβλύνει μέρος των επιπτώσεων του πληθωρισμού. Ωστόσο, μπορεί να τροφοδοτήσει ξανά ανοδικές πιέσεις, εφόσον η αύξηση των μισθών υπερβαίνει την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αυξημένο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μπορεί να μετακυλιστεί στις τιμές, ιδίως σε αγορές με χαμηλό ανταγωνισμό.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας ακόμα παράγοντας αβεβαιότητας, καθώς η ανάλυση σημειώνει ότι παραμένει άγνωστη η ενδεχόμενη επίπτωση των αγροτικών κινητοποιήσεων στην οικονομία. Το αποτύπωμα θα μπορούσε να φανεί κυρίως μέσω της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών αγαθών από την πλευρά της δαπάνης ή μέσω κλάδων όπως οι μεταφορές, η μεταποίηση και ο εσωτερικός τουρισμός από την πλευρά της παραγωγής.
