Site icon NewsIT
14:28 Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

«Δευτεραθλήτρια» η Ελλάδα στη φορολόγηση της εργασίας στην ΕΕ

Πραγματικός φορολογικός συντελεστής 40,5% τον 2ο υψηλότερο στην ΕΕ μετά την Ιταλία, με βάση τους δείκτες της Eurostat

iStock

Δευτεραθλήτρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση (EE) ως προς τη φορολόγηση της εργασίας καταγράφεται η Ελλάδα, με τα τελευταία διαθέσιμα συγκρίσιμα δεδομένα να τη φέρνουν στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.

Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία, όπως προκύπτει από τους δείκτες της Eurostat και συνοψίζεται σε έκθεση του ΚΕΦΙΜ, διαμορφώθηκε για την Ελλάδα στο 40,5% το 2023, έναντι 37% στην ΕΕ των 27, δηλαδή 3,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ο δείκτης αυτός μετρά τη συνολική επιβάρυνση της εργασίας ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας και περιλαμβάνει τον φόρο εισοδήματος από εργασία, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένων και εργοδοτών και κάθε άλλη υποχρεωτική επιβάρυνση που συνδέεται με το εισόδημα από εργασία. Έτσι, αποτυπώνει τη φορολογική πίεση που προκύπτει στην πράξη, λαμβάνοντας υπόψη τη φορολογική βάση, τη διάρθρωση των φόρων και το τελικό αποτέλεσμα στην είσπραξη.

Στην ευρωπαϊκή κατάταξη για το 2023, πάνω από την Ελλάδα βρίσκεται μόνο η Ιταλία με πραγματικό συντελεστή 44%. Στην ίδια ζώνη υψηλής επιβάρυνσης καταγράφονται χώρες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο και η Γαλλία, ενώ τις χαμηλότερες επιβαρύνσεις στην εργασία εμφανίζουν η Βουλγαρία, η Μάλτα, η Κροατία και η Λετονία. Η θέση της Ελλάδας κοντά στην κορυφή αφορά το συνολικό κόστος εργασίας και, κατά συνέπεια, συνδέεται τόσο με το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων όσο και με το κόστος απασχόλησης για τις επιχειρήσεις.

Οι δείκτες της Eurostat δείχνουν επίσης ότι η σημερινή εικόνα διαμορφώθηκε μέσα στην κρίση και παγιώθηκε τα επόμενα χρόνια. Το 2009 ο πραγματικός συντελεστής στην εργασία ήταν 35% στην Ελλάδα έναντι 36,9% στην ΕΕ, δηλαδή η χώρα βρισκόταν 1,9 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο. Το 2012 καταγράφεται απότομη άνοδος στο 39,5%, την ώρα που η ΕΕ ήταν στο 37,6%, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να περνά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε σύντομο χρόνο. Το 2015 ο δείκτης υποχωρεί στο 37,3% (ΕΕ 37,9%), όμως το 2019 ανεβαίνει στο 40,2%. Το 2022 κορυφώνεται στο 41,5% και το 2023 επιστρέφει στο 40,5%, παραμένοντας πάντως σε υψηλά επίπεδα.

Για την άνοδο του 2022, επισημαίνεται ο ρόλος του υψηλού πληθωρισμού. Σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων, οι ονομαστικές αυξήσεις εισοδήματος μπορούν να μετακινήσουν φορολογούμενους σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής δύναμης, ενισχύοντας την πραγματική φορολογική πίεση. Είναι το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης, που γίνεται εντονότερο όταν οι κλίμακες δεν προσαρμόζονται.

Το ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει επίσης ότι η υψηλή πραγματική φορολόγηση μπορεί να παραμένει επίμονη ακόμη και σε περιόδους ονομαστικών μειώσεων φόρων ή εισφορών. Από το 2019 και μετά καταγράφονται παρεμβάσεις προς τη μείωση της επιβάρυνσης της εργασίας, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία για τους πραγματικούς συντελεστές φτάνουν μέχρι το 2023 και δεν αποτυπώνουν την επίδραση νεότερων αλλαγών. Ενδεικτικά, γίνεται αναφορά ότι η αναμόρφωση της φορολογικής κλίμακας που τίθεται σε εφαρμογή από το 2026 δεν «φαίνεται» ακόμη στα δεδομένα αυτά.

Η ίδια προσέγγιση φωτίζει και την εικόνα στην κατανάλωση. Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση, όπως τον υπολογίζει η Eurostat, διαμορφώθηκε στο 17,8% για την Ελλάδα το 2023. Με αυτό το επίπεδο η χώρα κατατάσσεται στη 14η θέση στην ΕΕ-27 και βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, που αναφέρεται στο 16,4%, δηλαδή κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες. Ο δείκτης αποτυπώνει το ποσοστό της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης που αποδίδεται στο κράτος κυρίως μέσω φόρων στην κατανάλωση, όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης.

Και στην κατανάλωση, η σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο δείχνει αναστροφή. Το 2009 η Ελλάδα είχε πραγματικό συντελεστή 13,3% έναντι 16% στην ΕΕ, δηλαδή 2,7 μονάδες χαμηλότερα. Στη συνέχεια, ο δείκτης ανεβαίνει στο 16,4% το 2012, στο 16,9% το 2015 και στο 17,8% το 2019, επίπεδο που διατηρείται και το 2023. Έτσι, σε σχέση με το 2009 η πραγματική φορολόγηση της κατανάλωσης αυξάνεται κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η απόκλιση της Ελλάδας από τον μέσο όρο της ΕΕ αλλάζει πρόσημο, από θέση χαμηλότερης επιβάρυνσης πριν από την κρίση σε θέση υψηλότερης επιβάρυνσης σήμερα.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version