Η Βραζιλία είναι, με μεγάλη απόσταση, η μεγαλύτερη αγορά ελαιόλαδου στη Λατινική Αμερική, γεγονός που την κατατάσσει πρώτη στη λίστα κάθε ευρωπαϊκού εξαγωγικού σχεδίου.
Η αγορά της Βραζιλίας βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εισαγωγές, ενώ ενδεχόμενη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τη Mercosur, εφόσον ολοκληρωθεί και τεθεί σε ισχύ, μπορεί να αφαιρέσει ένα σταθερό εμπόδιο, τον σημερινό δασμό 10% στο ελαιόλαδο, χωρίς κάτι τέτοιο να αφήνει αδιάφορη μια ελαιοπαραγωγό χώρα όπως είναι η Ελλάδα.
Το μέγεθος της βραζιλιάνικης αγοράς αποτυπώνεται καθαρά στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα ισοζύγια της διεθνούς αγοράς καθώς στην έκθεση 2024-2025 του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), οι εισαγωγές ελαιόλαδου της Βραζιλίας εκτιμώνται περίπου στους 95.000 τόνους, με την κατανάλωση να τοποθετείται περίπου στους 96.000 τόνους.
Συγκριτικά, στο ίδιο πλαίσιο το Μεξικό εμφανίζεται με εισαγωγές 12.000 τόνων, η Χιλή με 3.000 τόνους και η Αργεντινή με περίπου 500 τόνους. Ακόμη και αν μετρήσει κανείς μόνο αυτές τις τέσσερις αγορές, οι εισαγωγές από τις λατινοαμερικανικές χώρες φτάνουν τουλάχιστον τους 110.500 τόνους, με τη Βραζιλία να καλύπτει τη συντριπτική πλειονότητα.
Η τάση αυτή δεν είναι παροδική, καθώς ο IOC σημειώνει ότι την τελευταία πενταετία η κατανάλωση ελαιόλαδου στη Βραζιλία διατηρήθηκε κατά μέσο όρο γύρω στους 95.000 τόνους τον χρόνο, ενώ η κατά κεφαλήν κατανάλωση υπολογίζεται περίπου σε 0,4 κιλά. Αυτό σημαίνει μεγάλη συνολική ζήτηση λόγω πληθυσμού, αλλά χαμηλή κατανάλωση ανά κάτοικο σε σχέση με τις μεσογειακές αγορές, άρα και περιθώριο περαιτέρω διείσδυσης, αν το προϊόν συνεχίσει να κερδίζει θέση στη μαζική κατανάλωση και στην εστίαση.
Πενιχρή η παραγωγή ελαιόλαδου στην περιοχή
Η εικόνα της παραγωγής στην περιοχή εξηγεί γιατί η Λατινική Αμερική είναι τόσο εξαρτημένη από το εξωτερικό. Η Αργεντινή και η Χιλή αποτελούν τους βασικούς παραγωγικούς με την πρώτη να εμφανίζεται με παραγωγή περίπου 75.000 τόνων και τη δεύτερη με περίπου 22.500 τόνους. Πέρα από αυτές, υπάρχει παραγωγή και σε άλλες χώρες, όπως το Περού και η Ουρουγουάη, σε μικρότερη κλίμακα.
Η ίδια η Βραζιλία έχει μεν αναπτυσσόμενο κλάδο σε ορισμένες πολιτείες, όμως στο ισοζύγιο του IOC η παραγωγή της εμφανίζεται ως μηδενική ή αμελητέα σε επίπεδο χιλιάδων τόνων, κάτι που εξηγεί γιατί η αγορά της συνεχίζει να αντλεί ποσότητες από το εξωτερικό.
Ωστόσο, η διείσδυση στη βραζιλιάνικη αγορά δεν είναι εύκολη. Στα στοιχεία του IOC για τις ροές λαδιού, λόγω και των ιστορικών τους δεσμών, η Πορτογαλία παραμένει ο βασικός προμηθευτής της Βραζιλίας με μερίδιο περίπου 57%, ενώ η Ισπανία ακολουθεί. Παράλληλα, υπάρχει ορατή παρουσία χωρών από Αργεντινή και Χιλή κάτι που συνολικά δείχνει πως ήδη υπάρχουν κανάλια εισαγωγέων και διανομής.
Η σημασία μιας συμφωνίας ΕΕ και Mercosur
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις ενημερώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ελαιόλαδο εμφανίζεται ως προϊόν πρώτης γραμμής για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur, με εξαγωγές αξίας 600 εκατ. ευρώ το 2024 και τρέχον δασμό 10%. Η Κομισιόν περιγράφει τη συμφωνία ως μηχανισμό που θα μηδενίσει ή θα μειώσει δασμούς σε μεγάλο μέρος των προϊόντων και, ειδικά για την Ελλάδα, αναφέρει ότι θα καταργηθούν δασμοί στο 91% των προϊόντων. Το πολιτικό και θεσμικό σκέλος δεν έχει κλείσει οριστικά, καθώς απαιτούνται τα επόμενα βήματα έγκρισης και κύρωσης της συμφωνίας.
Για την Ελλάδα, ένα μόνιμο «ψαλίδι» του κόστους κατά 10% στο τελωνείο μπορεί να δώσει χώρο για καλύτερη τιμολόγηση στα σημεία πώλησης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η σημασία μιας τέτοιας συμφωνίας είναι στρατηγική καθώς σε ένα περιβάλλον όπου οι εμπορικοί κίνδυνοι σε άλλες αγορές μπορούν να αλλάξουν γρήγορα τους προορισμούς εξαγωγών, η Βραζιλία λειτουργεί ως εναλλακτικός προορισμός μεγάλης κλίμακας με τους Έλληνες παραγωγούς ήδη να αναζητούν νέους αγοραστές στη Βραζιλία ως τρόπο διαφοροποίησης των εξαγωγών.
