Η μειωμένη παραγωγή πιέζει φέτος τα έσοδα για τους ελαιοπαραγωγούς, ειδικά στην Κρήτη, την ίδια στιγμή που η τιμή του ελαιόλαδου έχει υποχωρήσει πάνω από 30% στο ράφι, με βάση στοιχεία για τον Ιανουάριο συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα πέρυσι -σημειωτέον στο λιανεμπόριο διατίθεται τυποποιημένο ελαιόλαδο που έχουν στις αποθήκες τους τα σούπερ μάρκετ και το οποίο έχει παραχθεί σε άλλη σεζόν.
Δεδομένου ότι οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται με βάση την προσφορά και τη ζήτηση γίνεται κατανοητό ότι οι παραγωγοί ελαιολάδου θα έχουν καλύτερο εισόδημα όταν αυξάνεται η ζήτηση και η παραγωγή μπορεί να την καλύψει.
Σήμερα παρατηρείται αφενός μειωμένη ζήτηση λόγω και του αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού με χαμηλότερης ποιότητας αλλά φθηνότερο προϊόν και αφετέρου μειωμένη παραγωγή, με αποτέλεσμα πολλοί ελαιοπαραγωγοί να βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται.
Οι τιμές για τους Έλληνες παραγωγούς δεν ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 5 ευρώ το κιλό ενώ σε ορισμένες περιοχές της χώρας τιμές πάνω από τα 4,50 ευρώ θεωρούνται καλές, με βάση και τις διεθνείς τάσεις. Πιο καλές συμφωνίες είναι σε θέση να «χτυπήσουν» ορισμένοι παραγωγοί σε άλλες ελαιοπαραγωγούς χώρες, όπως η Ισπανία ενώ αντίθετα οι τιμές για τους Τυνήσιους κινούνται χαμηλότερα, λίγο πάνω από τα 3,60 ευρώ το κιλό.
Στην Ισπανία παρατηρείται σταθεροποιητική τάση στην τιμή του ελαιολάδου για όλες τις κατηγορίες, παρθένο, εξαιρετικά παρθένο και μίγμα παρθένου με ραφινέλαια. Με βάση δεδομένα από τις αρχές Φεβρουαρίου 2026, οι τιμές του έξτρα παρθένου κινούνται γύρω στα 4,35 ευρώ ανά κιλό ενώ είχαν αρχίσει υψηλότερα κατά 30-35 λεπτά. Αντίθετα, το ιταλικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο παραμένει υψηλότερα, περίπου στα 6,50 ευρώ ανά κιλό.
Κλειδί για τις τιμές η παραγωγή και ο ανταγωνισμός
Ας σημειωθεί ότι η παραγωγή στην Ελλάδα υπολογίζεται φέτος γύρω στους 220.000 τόνους από περίπου 250.000 πέρυσι. Η μειωμένη παραγωγή, που σε ορισμένες περιοχές της χώρας, όπως σε κάποια μέρη της Κρήτης, ξεπερνά το 50%, επηρεάζεται επίσης από την κλιματική αλλαγή, από τις ασθένειες των ελαιόδεντρων, που επηρεάζουν την ποιότητα -άρα και την τιμή- καθώς και από την ποικιλία. Για παράδειγμα στην Κρήτη λόγω της ποικιλίας της ελιάς υπάρχει εναλλαγή απόδοσης από τη μία χρονιά στην άλλη. Πέρυσι ήταν μια καλή χρονιά, με αυξημένη παραγωγή και καλό εισόδημα για τους παραγωγούς αλλά φέτος η παραγωγή εμφανίζεται μειωμένη, όπως και τα έσοδα των Κρητικών παραγωγών.
Επίσης, η αγορά επηρεάζεται από τον διεθνή ανταγωνισμό, με την Ισπανία και την Ιταλία να παραμένουν ρυθμιστές της αγοράς. Ωστόσο, ανερχόμενες αγορές που είναι σε θέση να προσφέρουν πιο χαμηλές τιμές στις πολυεθνικές αλυσίδες του λιανεμπορίου, όπως π.χ. η Τυνησία αλλά και η Τουρκία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζήτηση και κατά συνέπεια επηρεάζουν την τιμή του ελαιόλαδου. Ειδικά η Τυνησία, αυξάνει σταθερά τις εξαγωγές της στην Ευρώπη (φτάνοντας στους 56-57 χιλιάδες τόνους ετησίως) ενώ παράγει περίπου τον διπλάσιο όγκο ελαιολάδου από την Ελλάδα. Στοχεύει δε να αναρριχηθεί στην παγκόσμια κατάταξη κάτω από την Ισπανία ξεπερνώντας στην δεύτερη θέση Ιταλία και Ελλάδα.
Οι τενεκέδες, η τιμή στο ράφι και ο πληθωρισμός
Σημειώνεται ότι οι τιμές επηρεάζονται κυρίως από την αγορά της Ισπανίας αλλά και της Ιταλίας. Οι Ισπανοί, που ελέγχουν πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας αγοράς έχουν κατεβάσει τον πήχη για την φετινή παραγωγή, από τα 1,4 εκατ. τόνους σε περίπου 1,2 εκατ. τόνους, σε συνέχεια των πλημμυρών και των δυσμενών καιρικών συνθηκών που έπληξαν τις καλλιέργειες. Όμως και στην Ιταλία η παραγωγή αναμενόταν πάνω από τους 220.000 τόνους και μετά τις ασθένειες στα ελαιόδεντρα εκτιμάται ότι θα κινηθεί περίπου στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα.
Ειδικά στην Ιταλία πολλοί έμποροι προμηθεύονται ελληνικό χύμα ελαιόλαδο για τυποποίηση και διάθεση στη διεθνή αγορά. Κι ενώ η Ελλάδα χάνει την υπεραξία που θα μπορούσε να αποκομίσει τυποποιώντας η ίδια το ελαιόλαδο που πουλάει χύμα -αν και υπερτερεί ποιοτικά από αυτό τρίτων χωρών-, εξακολουθεί να χάνει έσοδα και από την φοροδιαφυγή μέσω της διακίνησης ελαιολάδου σε τενεκέδες, λόγω της έλλειψης επαρκών ελέγχων.
Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι η μισή ελληνική παραγωγή καταλήγει στον τενεκέ. Πρακτικά, με μορφή χύμα πωλούνται περίπου 80.000 – 90.000 τόνοι ελαιολάδου ενώ η εγχώρια κατανάλωση μέσω των σούπερ μάρκετ υπολογίζεται σε 11.000 τόνους. Το υπόλοιπο της παραγωγής είναι οι εξαγωγές.
Μάλιστα, λόγω του μικρού σχετικά μεριδίου του ελαιολάδου στο ράφι, θεωρείται παράδοξο να επηρεάζει τον δείκτη του πληθωρισμού. Υπενθυμίζεται ότι με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό τον Ιανουάριο (2,5%), οι τιμές στο ελαιόλαδο, με πτώση 30,6%, αντιστάθμισαν μέρος της αύξησης των τιμών στα τρόφιμα που έφτασε το 4,5%.
