H HELLENiQ Energy παρουσίασε τα κέρδη που μπορεί να αποκομίσει από τον υπόγειο αγωγό Vardax, που επεκτείνεται σε μήκος 213,5 χιλιομέτρων.
Η HELLENiQ Energy στρέφεται προς μια νέα αναβάθμιση των διϋλιστηρίων σε Θεσσαλονίκη, Ασπρόπυργο και Ελευσίνα, ύψους 3-5 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας και στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται σε λειτουργία ο αγωγός Vardax ως ένας πλήρως εκσυγχρονισμένος και τεχνολογικά αναβαθμισμένος ενεργειακός διάδρομος, έπειτα από ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα.
Η συνολική επένδυση για την κατασκευή, τον εκσυγχρονισμό και την επανεκκίνησή του, ξεπέρασε τα 130 εκατ. ευρώ.
Με ετήσια δυναμικότητα έως 2,5 εκατ. τόνους, o Vardax ενισχύει την ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών, προσφέροντας μια υψηλής χωρητικότητας, ασφαλή και αποδοτική εναλλακτική λύση έναντι της οδικής μεταφοράς καυσίμων, ενώ υποστηρίζεται από ενισχυμένες υποδομές αποθήκευσης στους τερματικούς σταθμούς της Θεσσαλονίκης και των Σκοπίων.
Επισημαίνεται ότι, η λειτουργία του αγωγού παρακολουθείται συνεχώς και σε πραγματικό χρόνο μέσω προηγμένου συστήματος SCADA, το οποίο διασφαλίζει τον πλήρη έλεγχο της πίεσης, της θερμοκρασίας και της ροής σε όλο το μήκος της διαδρομής, ενισχύοντας τα υψηλά πρότυπα ασφάλειας και επιχειρησιακής αξιοπιστίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η περιβαλλοντική διάσταση του έργου. Η αντικατάσταση χιλιάδων μεταφορών καυσίμων με βυτιοφόρα οχήματα, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση περίπου 5.400 τόνων εκπομπών CO₂ ετησίως, συμβάλλοντας στους εθνικούς και περιφερειακούς στόχους απανθρακοποίησης και στην βελτίωση του συνολικού αποτυπώματος της εφοδιαστικής αλυσίδας καυσίμων.
Συνολικά το μήκος του αγωγού φτάνει τα 213,5 χιλιόμετρα, το μήκος του στην Ελλάδα εκτείνεται στα 69,7 χιλιόμετρα και στη Βορεία Μακεδονία στα 143,8 χιλιόμετρα.
Η στρατηγική σημασία του Vardax
Ο αγωγός έχει αυξημένη γεωπολιτική βαρύτητα για τον ρόλο της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και, παράλληλα, ενισχύει τη θέση της εταιρείας ως βασικού πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας στη ΝΑ Ευρώπη.
Έχει ήδη εξελιχθεί σε κρίσιμη υποδομή που συνδέει την παραγωγική βάση των ελληνικών διυλιστηρίων με τις αναπτυσσόμενες αγορές των Δυτικών Βαλκανίων, καθώς μειώνει την εξάρτηση της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων από περιορισμένες πηγές και διαδρομές και διασφαλίζει σταθερή και αξιόπιστη πρόσβαση σε ποιοτικά καύσιμα.
Από τις αρχές του χρόνου έως τα τέλη Αυγούστου του 2026, μέσω του αγωγού μεταφέρθηκαν συνολικά σχεδόν 400 εκατ. λίτρα ντίζελ, τροφοδοτώντας πρωτίστως την αγορά της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, αλλά και γειτονικές αγορές, όπως του Κοσσόβου και της Σερβίας.
