Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ εξετάζει τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας, τις προοπτικές της περιόδου 2026 – 2029 και τα πιθανά ζητήματα που συνδέονται με την επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028 – 2034.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα συγκαταλέγεται σήμερα στις λίγες θετικές δημοσιονομικές «εξαιρέσεις» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ το 2009, η χώρα έχει περάσει σε πλεόνασμα 1,3% το 2024, ενώ την περίοδο 2023 – 2025 κατατάσσεται μεταξύ των μόλις 5 κρατών-μελών της ΕΕ με θετικό μέσο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μαζί με τη Δανία, την Κύπρο, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Θετική και σημαντική εξέλιξη αποτελεί επίσης, η πρόσφατη απόφαση της Κομισιόν να αφαιρέσει την Ελλάδα από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, για πρώτη φορά μετά την κρίση, εξέλιξη που συνδέεται με τη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και τη διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων.
Ωστόσο, η μελέτη του ΚΕΦΙΜ υπογραμμίζει ότι η θετική πορεία της Ελλάδας δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εσόδων και λιγότερο στη μείωση των δαπανών, ενώ η περίοδος 2026 – 2029 συνοδεύεται από σημαντικές πιέσεις: αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, υψηλές αμυντικές υποχρεώσεις και περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή εικόνα παραμένει ανησυχητική. Το συνολικό χρέος της ΕΕ-27 ανέρχεται στο 81,7% του ΑΕΠ, σχεδόν τα μισά κράτη-μέλη υπερβαίνουν το όριο του 60% της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ενώ 22 από τα 27 κράτη-μέλη κατέγραψαν ελλείμματα την περίοδο 2023 – 2025.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο λεγόμενο «κρυφό χρέος», δηλαδή τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις για τις οποίες δεν έχουν συσσωρευθεί αντίστοιχες αποταμιεύσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι υποχρεώσεις αυτές φτάνουν το 403% του ΑΕΠ για την Ελλάδα, το 429% για την Ιταλία και το 496% για την Ισπανία, γεγονός που καθιστά τους επίσημους δείκτες χρέους ανεπαρκείς για την πλήρη αξιολόγηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη επισημαίνει ότι η επέκταση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού δεν αποτελεί συνετή επιλογή αν δεν συνοδεύεται από αυστηρούς μηχανισμούς δημοσιονομικής πειθαρχίας, ελέγχου, λογοδοσίας και αξιολόγησης της χρήσης των πόρων. Ο βασικός κίνδυνος είναι οι νέοι κοινοί πόροι να κατευθυνθούν σε βραχυπρόθεσμες δαπάνες και πολιτικά ελκυστικές παροχές, αντί σε παραγωγικές επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Η μελέτη καταλήγει ότι το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη δημόσιων πόρων, αλλά η περιορισμένη κινητοποίηση ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η ΕΕ υστερεί κατά 19,7 τρισ. ευρώ έναντι των ΗΠΑ σε συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, καθώς σημαντικοί πόροι παραμένουν δεσμευμένοι στα αναδιανεμητικά συνταξιοδοτικά συστήματα και δεν διοχετεύονται στις κεφαλαιαγορές.
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε: «Η πρόσφατη έξοδος της Ελλάδας από τη λίστα των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες αποτελεί μια σημαντική αναγνώριση της προόδου που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια. Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν αυτονόητη και δεν πρέπει να υποτιμάται. Ταυτόχρονα, όμως, η δημοσιονομική επιτυχία δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δείχνει ότι η Ελλάδα, αλλά και συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, βρίσκονται μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος, οι αυξανόμενες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, οι πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες και η ανάγκη για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις είναι ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και αποτελεσματικά. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για την Ευρώπη ο κοινός δανεισμός πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία. Χρειαζόμαστε περισσότερη δημοσιονομική υπευθυνότητα, καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, βαθύτερες μεταρρυθμίσεις και ενεργοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει τόσο τις καταστροφικές συνέπειες της δημοσιονομικής χαλαρότητας όσο και ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι μεν δύσκολη, αλλά εφικτή. Το ζητούμενο τώρα είναι να προστατεύσουμε αυτή την πρόοδο και να τη μετατρέψουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη για τα επόμενα χρόνια».