«Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πλέον σε πολύ ισχυρότερη θέση για να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη και να απορροφήσουν πιθανούς κραδασμούς», υπογράμμισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) Γιάννης Στουρνάρας σε ομιλία του στην εκδήλωση του Economist: The World Ahead 2026: Athens Gala Dinner.
Ο Γιάννης Στουρνάρας τόνισε ότι «η ενισχυμένη ανθεκτικότητα (που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της πρόσφατης πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), η βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, παρέχουν σταθερά θεμέλια ενόψει του 2026, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην τρέχουσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Προειδοποίησε ωστόσο ότι παρά τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη για τις ευρωπαϊκές και τις ελληνικές τράπεζες, οι προοπτικές για το 2026 εξακολουθούν να εγκυμονούν σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους. Αυτοί οι κίνδυνοι προέρχονται κυρίως από εξωγενείς και διαρθρωτικούς παράγοντες.
Κυρίαρχη πηγή αβεβαιότητας για τις τράπεζες αποτελεί ο γεωπολιτικός κίνδυνος, καθώς οι συνεχιζόμενες πολεμικές συρράξεις, οι εμπορικές εντάσεις και οι δασμοί ενδέχεται να επηρεάσουν τις τράπεζες μέσω ασθενέστερων προοπτικών ανάπτυξης και αυξημένης αστάθειας στις αγορές.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αναφερόμενος στην πρόοδο που έχουν πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι την τελευταία δεκαετία, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει αναδιαρθρωθεί ριζικά καθώς η κερδοφορία, η ρευστότητα, η ποιότητα χαρτοφυλακίου και η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών έχουν βελτιωθεί σημαντικά με φόντο την ανάκαμψη των μακροοικονομικών μεγεθών της Ελλάδας, τις θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις και τις ομαλές χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
«Στην πράξη, ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα από την περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι υπάρχει ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ της ανάκαμψης της οικονομίας, της βελτίωσης της δημοσιονομικής κατάστασης και της θετικής πορείας του τραπεζικού τομέα μέσω ενός κύκλου ενάρετης ανατροφοδότησης» επεσήμανε χαρακτηριστικά.
Η βελτίωση του τραπεζικού τομέα αντανακλάται σε θεμελιώδη χαρακτηριστικά του όπως την αύξηση του δείκτη κεφαλαίου από μόλις 13% τον Δεκέμβριο του 2009, στο 20,4% μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, την μείωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων από σχεδόν 7% το 2016 σε μόλις 1,8% τον Σεπτέμβριο του 2025 και στην αύξηση της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων στο 10,7% το εννεάμηνο του 2025.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το ευρώ, επεσήμανε ότι δεν είναι πλήρως ικανοποιημένος από την πορεία μετατροπής τους σε διεθνές αποθεματικό νόμισμα, παρόλο που οι μακροοικονομικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ είναι ευνοϊκές.