Στην επικαιροποίηση του Σχεδίου Δράσης για την Καταπολέμηση της Ενεργειακής Ένδειας προχώρησε το ΥΠΕΝ, ώστε να συμβαδίζει με τις νέες κλιματικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά και την επερχόμενη εφαρμογή του φόρου άνθρακα στον τομέα της θέρμανσης.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι έχει τεθεί ποσοτικός στόχος στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για μείωση κατά τουλάχιστον 50% των δεικτών ενεργειακής ένδειας μέχρι το έτος 2025 και κατά 75% μέχρι το έτος 2030 σε σχέση με το έτος 2016.
Όπως τονίζεται σχετικά στο νέο κείμενο, η βασικότερη πρόκληση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας είναι, αρχικά, ο ορισμός των ενεργειακά πληττόμενων νοικοκυριών και, σε δεύτερο στάδιο, ο εντοπισμός αυτών των νοικοκυριών. Υπό αυτό το πρίσμα αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των στοχευμένων μέτρων και πολιτικών που εφαρμόζονται ή πρόκειται να εφαρμοστούν.
Έμφαση θα δοθεί στην αποτίμηση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης στην εξέλιξη του φαινομένου της ενεργειακής ένδειας, καθώς και στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται και επηρεάζουν την τελική κατανάλωση ενέργειας στα νοικοκυριά και το κόστος της ενέργειας.
Επίσης, θα δοθεί προτεραιότητα στην αποτίμηση των επιπτώσεων του φόρου άνθρακα στα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών 2 (ETS 2.0) και την επικείμενη αύξηση των τιμών ενέργειας που συνεπάγεται.
Επιπρόσθετα, θα μελετηθεί η εντατικοποίηση του φαινομένου σε άλλες χρήσεις ενέργειας (όπως είναι για παράδειγμα η ψύξη χώρων), λόγω των επικείμενων αλλαγών στις υφιστάμενες κλιματικές συνθήκες.
Ο δείκτης που καθορίζει την ενεργειακή φτώχεια
Πλέον, αναθεωρείται ο δείκτης βάσει του οποίου καθορίζονται τα νοικοκυριά που είναι ενεργειακά φτωχά. Συγκεκριμένα, λαμβάνονται υπόψη οι εξής δύο συνθήκες:
- Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης του νοικοκυριού βάσει της σύνθεσής του, συμπεριλαμβανομένων των απαιτούμενων ενεργειακών δαπανών για την επίτευξη των βασικών και αξιοπρεπών επιπέδων προτύπων διαβίωσης και υγείας του είναι υψηλότερες από το εισόδημα του (Συνθήκη Ι).
- Το νοικοκυριό κατοικεί σε κτίριο κατασκευασμένο πριν το 1980, το οποίο δεν έχει αναβαθμιστεί ριζικά (Συνθήκη ΙΙ).
Δεδομένου ότι ο αριθμός των νοικοκυριών στη χώρα ανέρχεται σε 4,3 εκατ., η επιλογή του συγκεκριμένου δείκτη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στόχος του Σχεδίου Δράσης αποτελεί η υποστήριξη περίπου 547.000 νοικοκυριών, ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το φαινόμενο της ενεργειακής ένδειας, έναντι περίπου 690 χιλιάδων νοικοκυριών κατά το έτος βάσης, 2016.
Με βάση το στόχο, το ποσοστό των ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών αναμένεται να μειωθεί σε 8% το έτος 2025 (περίπου 345.000 νοικοκυριά) και σε 4% το έτος 2030 (περίπου 172.000 νοικοκυριά).
Τα νέα μέτρα πολιτικής
Το υπουργείο σκοπεύει να καταρτίσει τα νέα μέτρα προστασίας σε τρεις βασικές διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά τα ευάλωτα νοικοκυριά, με την παροχή προϊόντων σε προνομιακή τιμή, αλλά και κανονιστικά μέτρα. Έπειτα, προστίθενται οι δράσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την αύξηση της χρήσης ΑΠΕ. Τέλος, σχεδιάζονται δράσεις ενημέρωσης, εκπαίδευσης και συντονισμού.
Ως προς το πρώτο σκέλος που αφορά τους ευάλωτους, σημαντικός είναι ο νέος σχεδιασμός του Κοινωνικού Τιμολογίου που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη. Επιπλέον, θα διατηρηθεί η πρόβλεψη για αυτόματη μετάπτωση στο καθεστώς Καθολικής Υπηρεσίας στην περίπτωση καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των λογαριασμών.
Τίθεται επίσης όριο ελάχιστης κατανάλωσης σε ετήσια βάση, κάτω από το οποίο απαγορεύεται η αποσύνδεση των πληττόμενων νοικοκυριών, με τροποποίηση για περιοχές με ειδικά χαρακτηριστικά και υψηλότερα επίπεδα ενεργειακής ένδειας.
Ταυτόχρονα, προβλέπεται διευκόλυνση της αποπληρωμής και υιοθέτηση πιο ευέλικτου πλαισίου διακανονισμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Συνοπτικά τα νέα μέτρα και ο αριθμός των νοικοκυριών που αφορούν έχουν ως εξής:
Στην περίπτωση της αξιοποίησης των ΑΠΕ, γίνεται λόγος για αξιοποίηση του θεσμού των Κοινοτήτων Ανανεώσιμης Ενέργειας και των Κοινοτήτων Πολιτών. Το συγκεκριμένο θέμα περνάει και μέσα από την πρωτοβουλία «Απόλλων», με στόχο την άμεση πρόσβαση των ευάλωτων καταναλωτών σε φθηνή ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά.
Παράλληλα, για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικίας το ποσοστό επιδότησης θα ανέλθει σε 100% στα νοικοκυριά που πλήττονται πιο έντονα. Πρόκειται, δηλαδή, για περιπτώσεις όπου το ποσοστό των εύλογων δαπανών διαβίωσης προς το εισόδημα είναι υψηλότερο από 150%.
Τέλος, ανάμεσα στα μέτρα περιλαμβάνεται και η παροχή δημόσιας χρηματοδότησης για την ενεργειακή απόδοση, μαζί με την ιδιωτική χρηματοδότηση μέσω των παρόχων ενέργειας.
