Οι ανοιξιάτικες, επιτέλους, θερμοκρασίες, το άνοιγμα όλο και περισσότερων θερινών σινεμά και η καλοκαιρινή διάθεση του εγχώριου κινηματογραφικού κυκλώματος φέρνει μία εβδομάδα με ταινίες που απευθύνονται κυρίως στο ευρύτερο κοινό.
Ένα φιλμ μυστηρίου, με πρωταγωνιστές μαλλιαρούς ντετέκτιβ, μία ανάλαφρη γαλλική κομεντί, την κινηματογράφηση της μουσικής περιοδείας της Μπίλι Άιλις, από τον Τζέιμς Κάμερον, μια αμερικάνικη περιπέτεια και το απαραίτητο horror, που, όμως, ξεφεύγει εμφανώς από τη γενική μετριότητα του είδους, συγκαταλέγονται στις ταινίες που κάνουν πρεμιέρα
Ωστόσο, οι πρεμιέρες της εβδομάδας θα πρέπει να αναμετρηθούν στα ταμεία με το σαρωτικό πέρασμα του φιλμ «Ο Διάβολος Φοράει Prada 2», που, όπως αναμένεται, θα μετράει εισιτήρια για αρκετές εβδομάδες.
Οι Μαλλιαροί Ντετέκτιβ
(«The Sheep Detectives») Κωμωδία μυστηρίου, αμερικάνικης και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Κάιλ Μπάλντα, με τους Χιου Τζάκμαν, Έμμα Τόμσον, Νίκολας Μπράουν, Νίκολας Γκαλιτζίν, Μόλι Γκόρντον, Χονγκ Τσάου, Πάτρικ Στιούαρτ κα.
Με τον Χιου Τζάκμαν να ηγείται ενός αναπάντεχου συνόλου πρωταγωνιστών, το φιλμ του Κάιλ Μπάλντα, είναι ένας συνδυασμός ασυνήθιστης κωμωδίας, που ακολουθεί τα κλασικά μοτίβα μίας ιστορίας μυστηρίου, τοποθετώντας ένα κοπάδι προβάτων σε ρόλο ντετέκτιβ!
Βασισμένος στο μπεστ σέλερ του «Three Bags Full: A Sheep Detective Story» της Λεόνι Σουόν, που διακρίνεται στα μυθιστορήματα διασκεδαστικού μυστηρίου, ο Μπάλντα, με εμπειρία στα animation («Minions») θα στήσει μία κεφάτη, γυρισμένη στην αγγλική ύπαιθρο, ταινία, στην οποία εκτός από τους ηθοποιούς ακούμε μέσω των προβάτων τη φωνή καταξιωμένων ερμηνευτών, όπως οι Πάτρικ Στιούαρτ, Μπέλα Ράμσεϊ και Μπρετ Γκόλσταϊν.
Ο Τζορτζ είναι ένας βοσκός που διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα στα αγαπημένα του πρόβατα κάθε βράδυ, υποθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να καταλαβαίνουν. Όταν όμως ένα μυστηριώδες περιστατικό διαταράσσει τη ζωή στο αγρόκτημα, τα πρόβατα συνειδητοποιούν ότι πρέπει να γίνουν ντετέκτιβ. Η άφιξη μίας περίεργης δικηγόρου και η ύπαρξη ενός αμύθητου ποσού, θα βάλει τα πρόβατα στη λογική της επίλυσης του μυστηρίου. Καθώς ακολουθούν τα στοιχεία και ερευνούν τους υπόπτους, αποδεικνύουν ότι ακόμα και τα πρόβατα μπορούν να εξιχνιάσουν εγκλήματα!
Ο θεατής αφού πρέπει να δεχθεί το παράλογο της υπόθεσης, είναι σίγουρο ότι θα το διασκεδάσει με τους παράξενους μαλλιαρούς ντετέκτιβ, το παιχνιδιάρικο ύφος, ίσως και το ιδιότυπο χιούμορ και την παραδοξότητα ότι τα πιο αγαθά ζώα στη φύση, μπορούν να επιλύσουν μία ιστορία μυστηρίου, για την οποία ο Μπάλτα θα χρησιμοποιήσει τους κώδικες και τις συμβάσεις του είδους (οξυδέρκεια, παρατηρητικότητα κλπ), προκειμένου να αποφύγει τα στραβοπατήματα μίας πιο ελεύθερης και αντισυμβατικής προσέγγισης.
Ένα ευχάριστο διωράκι, για όλη την οικογένεια, καθώς προβάλλεται και μεταγλωττισμένο στα ελληνικά. Πάντως, το αξιοσημείωτο της ταινίας είναι η δουλειά που έχει γίνει στα ψηφιακά εφέ για να γίνουν πειστικοί ήρωες τα συμπαθή τετράποδα.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Τζορτζ είναι ένας βοσκός που διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα στα αγαπημένα του πρόβατα κάθε βράδυ, υποθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να καταλαβαίνουν. Όταν όμως ένα μυστηριώδες περιστατικό διαταράσσει τη ζωή στο αγρόκτημα, τα πρόβατα συνειδητοποιούν ότι πρέπει να γίνουν ντετέκτιβ.
Hokum
(«Hokum») Ταινία τρόμου, ιρλανδικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Ντέμιαν ΜακΚάρθι, με τους Άνταμ Σκοτ, Πίτερ Κούναν, Ντέιβιντ Γουίλμοτ, Φλόρενς Όρντες, Γουίλ Ο’Κόνελ, Μάικλ Πάτρικ κα.
Απ’ τις δεκάδες ταινίες τρόμου που προβάλλονται στη χώρα μας, για να καλύψουν τον «εθισμό» των φαν του είδους, οι περισσότερες είναι απ’ το δεύτερο ράφι ή ακόμη και από το πανέρι, με ελάχιστες να ξεχωρίζουν, να έχουν να πουν κάτι διαφορετικό, να γοητέψουν σκηνοθετικά, να χαρακτηριστούν ολοκληρωμένες παραγωγές. Μία απ’ αυτές, τις λιγοστές, είναι και τούτη δω ταινία του Ιρλανδού ταλαντούχου σκηνοθέτη Άνταμ Σκοτ («Οντότητα») και από τους παραγωγούς των πετυχημένων horror «Weapons» και «Longlegs».
Ένα μεταφυσικό παραδοσιακό φιλμ τρόμου, που θριάμβευσε στο αμερικάνικο φεστιβάλ SXSW τον Μάρτιο και έχει δημιουργήσει ήδη έναν θόρυβο ανυπομονησίας στους εγχώριους λάτρεις του είδους, με πρωταγωνιστή τον Άνταμ Σκοτ του «Severance».
Σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο της ιρλανδικής υπαίθρου, όπου άλλοτε οι γονείς του πέρασαν τον μήνα μέλιτος τους, ο συγγραφέας Ομ Μπάουμαν επιστρέφει για να σκορπίσει τις στάχτες τους κοντά σε μία σεκόγια, η οποία έχει απαθανατιστεί σε μια φωτογραφία της αγαπημένης του μητέρας, που πέθανε πριν από χρόνια, θύμα ενός τραγικού δυστυχήματος. Όταν μια νεαρή γυναίκα εξαφανίζεται μυστηριωδώς, ο Μπάουμαν βρίσκεται μπλεγμένος σε μια σκοτεινή αναζήτηση που τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο άγνωστο. Καθώς οι θρύλοι για μια σατανική παρουσία, μία μάγισσα, μέσα στη διαβόητη και κλειδωμένη για χρόνια, «Honeymoon Suite», αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά, το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε έναν εφιαλτικό λαβύρινθο όπου το παρελθόν και το παρόν συγκρούονται επικίνδυνα.
Ο ΜακΚάρθι, δεξιοτεχνικά θα στήσει μία ατμοσφαιρική πνιγηρή ταινία τρόμου, φέρνοντας τον αντιπαθητικό νάρκισσο ήρωά του αντιμέτωπο με τον ανεξήγητο, αλλά και τους ίδιους τους δαίμονές του, καλώντας τον να αντιμετωπίσει τα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού του.
Χωρίς να βιάζεται, θα κλιμακώσει την ένταση στους περιορισμένους χώρους του σκηνικού του, που αποκτά από μόνο του χαρακτήρα, βοηθούμενος από την καλή δουλειά που έχει γίνει στο μοντάζ και τη φωτογραφία (με το παιχνίδι θερμού και ψυχρού), αν και θα χρειαζόταν λίγη περισσότερη φροντίδα και εξηγήσεις γύρω από τον θρύλο της μάγισσας, όπως και για τον ρόλο που έπαιξε ο πατέρας του στην ιστορία της οικογένειάς του. Άλλωστε μία από τις πολύ καλές στιγμές της ταινίας είναι όταν ο ήρωας τοποθετεί απαλά τις στάχτες της μητέρας του κάτω από το δέντρο και σκορπίζει τα λείψανα του πατέρα του σαν μία ανεπιθύμητη υποχρέωση.
Στο φιλμ, που προκαλεί ουκ ολίγες ανατριχίλες και αφήνει ένα μούδιασμα ακόμη και μετά το τέλος, πρωταγωνιστεί αξιοπρόσεκτα ο Άνταμ Σκοτ, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να γίνει συμπαθής, αλλά να δείξει τις πληγές του, ενώ ικανοποιητικό είναι και το υπόλοιπο καστ.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο της ιρλανδικής υπαίθρου, όπου άλλοτε οι γονείς του πέρασαν τον μήνα μέλιτος τους, ο συγγραφέας Ομ Μπάουμαν επιστρέφει για να σκορπίσει τις στάχτες τους, αλλά και να αφήσει πίσω του ένα παρελθόν που τον στοιχειώνει.
Θα Φύγω μια Μέρα
(«Partir un Jour») Κομεντί, γαλλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Αμελί Μπονέν, με τους Ζιλιέτ Αρμανέ, Μπαστιέν Μπουγιόν, Φρανσουά Ρολέν, Τεουφίκ Τζαλάμπ, Ντομινίκ Μπλαν, Μχαμέντ Αρεζκί κα.
Παραδόξως, το φιλμ της πρωτοεμφανιζόμενης Αμελί Μπονέν, μία απλώς εγκάρδια ανάλαφρη δραμεντί, ντυμένη με αρκετές γαλλικές μουσικές επιτυχίες του πρόσφατου παρελθόντος, για το ευρύ κοινό, επιλέχθηκε ως η επίσημη ταινία έναρξης του 78ου Φεστιβάλ των Καννών, αιφνιδιάζοντας τους θαμώνες της κορυφαίας κινηματογραφικής ευρωπαϊκής εκδήλωσης.
Και απ’ ό,τι φαίνεται δικαιολογημένα, καθώς το φιλμ, βασισμένο σε μία μικρού μήκους ταινία της ίδιας σκηνοθέτιδας, που έχει ασχοληθεί κυρίως με τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, αποτελεί ακόμη μία συνηθισμένη γαλλική κομεντί, που συνδυάζει το δράμα με την κωμωδία, τη νοσταλγία για το παρελθόν, τον προβληματισμό για το παρόν και την αισιοδοξία για το μέλλον. Μία καλοβαλμένη παραγωγή, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως μια αξιοπρεπής τηλεταινία, σε κινηματογραφική συσκευασία. Και ποντάροντας στην πρωταγωνίστρια, την πρωτοεμφανιζόμενη αλλά ιδιαιτέρως ανερχόμενη τραγουδίστρια Ζιλιέτ Αρμανέ, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή τραγουδώντας το Imagine στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού.
Η Σεσίλ, μία ανερχόμενη σεφ, πρόκειται να ανοίξει ένα γκουρμέ εστιατόριο στο Παρίσι, έχοντας πρόσφατα κερδίσει μια τηλεοπτική εκπομπή μαγειρικής, με υψηλή τηλεθέαση, μαζί με τον συνάδελφό της Σοφιάν. Όταν όμως μαθαίνει ότι ο αξιολάτρευτος ηλικιωμένος πατέρας της υπέστη καρδιακή προσβολή, από την πίεση που ένιωθε στη διαχείριση της παραδοσιακής ταβέρνας που διατηρεί στη μικρή πόλη της, θα αφήσει τον εργασιομανή τρόπο ζωής της για να επιστρέψει στο πατρικό της και να σταθεί στη δοκιμασία του. Εκεί, σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με τις αναμνήσεις της και θα συναντηθεί με τον πρώτο της έρωτα, του οποίου ράγισε η καρδιά όταν τον εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τα όνειρά της. Όμως, τα πράγματα περιπλέκονται περαιτέρω καθώς ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος.
Η παιχνιδιάρικη χρήση των τραγουδιών μεγάλων, σχετικά πρόσφατων, επιτυχιών- πολλούς θα τους αφήσουν αδιάφορους – ταιριάζουν με τους ήρωες και το συναίσθημα, ενώ προκαλούν και μία δόση νοσταλγίας, κάτι που αφορά και την κεντρική ηρωίδα.
Ωστόσο, το χαμηλής ισχύος στόρι, με τον κοινότοπο και αφελή συναισθηματισμό του, δείχνει αδύναμο να περάσει ρεαλιστικά τα μηνύματά του, να τα μετατρέψει σε ρομαντισμό ή έναν ιδεαλισμό γύρω από την επιστροφή στις ρίζες και τη ματαιότητα μίας ζωής στη μεγάλη πόλη και στο κυνήγι της πρόσκαιρης επιτυχίας.
Μια γλυκιά κομεντί, που της λείπει το αλατοπίπερο, με μία δόση ρομαντισμού και στοχασμού για τις επιλογές ζωής και την αξία της απλότητας, όπως αυτή εκφράζεται στην κουζίνα της ταπεινής οικογενειακής ταβέρνας, με την αφήγηση να ρέει ικανοποιητικά, αλλά στο τέλος να μένει μία γεύση όχι ενός πικάντικου εδέσματος υψηλής κινηματογραφικής γαστρονομίας, αλλά ενός απλώς χορταστικού γεύματος, να θρέψει την ανάγκη για μία εύπεπτη ψυχαγωγία.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Σεσίλ, που ετοιμάζεται να ανοίξει το δικό της γκουρμέ εστιατόριο στο Παρίσι, αφού κέρδισε ένα δημοφιλές τηλεοπτικό διαγωνισμό μαγειρικής, θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο πατρικό της, όταν μαθαίνει ότι ο πατέρας της είναι άρρωστος. Εκεί θα συναντήσει τον πρώτο της έρωτα, αλλά και τις αναμνήσεις της και θα αρχίσει να αμφισβητεί τις αποφάσεις της.
Mortal Kombat II
(«Mortal Kombat II») Το σίκουελ της επανεκκίνησης της κινηματογραφικής εκδοχής των βιντεοπαιχνιδιών Mortal Kombat, που είχε ξεκινήσει το 1995 χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά παρόλα αυτά επανήλθε στις μεγάλες οθόνες το 2021.
Μια υπερηρωική περιπέτεια, με όλα τα συστατικά του είδους: βία και χορογραφημένες μονομαχίες, αμερικάνικο χιούμορ, σινεφιλικές αναφορές, πλούσια ψηφιακά εφέ και δράση μέχρις εσχάτων.
Το φιλμ, που απευθύνεται στο εθισμένο νεανικό κοινό των ταινιών που βασίζονται σε βιντεοπαιχνίδια και υπερήρωες, σκηνοθέτησε ο αδιάφορος Αυστραλός Σάιμον ΜακΚουόιν, που είχε γυρίσει την επανεκκίνηση του φραντσάιζ το 2021.
Πρωταγωνιστεί ο συμπαθής, αλλά έξω από τα νερά του, Καρλ Έρμπαν, έχοντας δίπλα του τις Αντελάιν Ρούντολφ, Τζέσικα ΜακΝάμι και τους Τζος Λόσον, Λούντι Λιν, Μάρτιν Φορντ κα.
Billie Eilish – Hit Me Hard and Soft: The Tour
(«Billie Eilish: Hit Me Hard and Soft – The Tour -Live in 3D») Ο πολύς Τζέιμις Κάμερον, χρησιμοποιώντας όλα τα καλούδια της τεχνολογίας και ειδικότερα το virtual reality 3D, υπογράφει αυτό το ντοκιμαντέρ και ουσιαστικά τη sold-out μουσική περιοδεία της ποπ σταρ τραγουδοποιού Μπίλι Άιλις, μίας από τις πιο διάσημες και επιτυχημένες καλλιτέχνιδες της γενιάς της.
Μία πραγματικά συναυλιακή εμπειρία, που απευθύνεται αποκλειστικά στους πολυάριθμους φαν της 24χρονης Αμερικανίδας τραγουδίστριας. Ο Κάμερον, που επιστρέφει στο ντοκιμαντέρ από το μακρινό 2005, είπε ότι ανέλαβε την κινηματογράφηση της Άιλις, λόγω της στενής φιλίας του με τη μητέρα της και ηθοποιό Μάγκι Μπέιρντ.
