Κρίσιμα ραντεβού για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια έχει μπροστά της η ελληνική οικονομία, με το ΥΠΟΙΚ να παρακολουθεί τις διεθνείς τιμές ενέργειας και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Σήμερα Τρίτη (09.06.2026) η ΕΛΣΤΑΤ ανακοινώνει τα στοιχεία για τον πληθωρισμό για τον Μάιο, ενώ την Πέμπτη συνεδριάζει η ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη, με την αγορά να περιμένει το νέο σήμα για το ύψος των επιτοκίων δανεισμού και κόστος του χρήματος.
Ήδη υπάρχει η πρώτη εκτίμηση της Eurostat η οποία έδειξε τον εναρμονισμένο πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 5% τον Μάιο, έναντι 3,2% στην ευρωζώνη. Η απόκλιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς δείχνει ότι οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν ισχυρότερες στην ελληνική οικονομία από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Το πετρέλαιο προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Η άνοδος των διεθνών τιμών, με το Brent να κινείται ξανά κοντά στα 96 δολάρια το βαρέλι μετά τη νέα ένταση στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει τον κίνδυνο να περάσει το ενεργειακό κόστος στις μεταφορές, στην παραγωγή, στα τρόφιμα και τελικά στο καλάθι των νοικοκυριών. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, όπου οι εισαγωγές καυσίμων έχουν μεγάλο βάρος, η εξέλιξη δεν αφορά μόνο τον πληθωρισμό αλλά και τον δημοσιονομικό σχεδιασμό.
Οι τιμές της ενέργειας αλλάζουν τους υπολογισμούς
Στην Αθήνα το βασικό ερώτημα είναι αν η άνοδος των τιμών θα μείνει κυρίως στην ενέργεια ή αν θα αρχίσει να περνά ακόμα περισσότερο σε αγαθά και υπηρεσίες. Αυτό θα φανεί από την έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς τα επιμέρους στοιχεία θα δείξουν αν οι πιέσεις προέρχονται κυρίως από καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα ή αν έχουν αρχίσει να διαχέονται σε κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινή δαπάνη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Η διαφορά δεν είναι καθόλου αμελητέα, καθώς αν η αύξηση περιοριστεί στην ενέργεια, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εξωτερική πίεση με πιο προσωρινά χαρακτηριστικά αλλά αν διαχυθεί σε όλη την οικονομία, τότε η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα γίνεται πιο επίμονη και περιορίζει τα περιθώρια για πρόσθετες παρεμβάσεις.
Η Κομισιόν, στην εαρινή της πρόβλεψη για την Ελλάδα, έχει ήδη επισημάνει ότι οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν τις τιμές της ενέργειας και υπολογίζει για το 2026 ανάπτυξη 2% και πληθωρισμό 3,2%. Ο ΟΟΣΑ έχει διατυπώσει υψηλότερη πρόβλεψη για τον ελληνικό πληθωρισμό, στο 4,2%, συνδέοντας τις πιέσεις κυρίως με τις τιμές ενέργειας.
Η δημοσιονομική προοπτική κάνει ακόμη πιο δύσκολη την άσκηση που έχει να λύσει το οικονομικό επιτελείο. Το ΥΠΟΙΚ δεν ξεκινά από το μηδέν, καθώς μεγάλο μέρος του διαθέσιμου χώρου έχει ήδη δεσμευθεί σε μέτρα που έχουν ανακοινωθεί ή έχουν ενσωματωθεί στον σχεδιασμό του 2026. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση προόδου για το Μεσοπρόθεσμο, το συνολικό κόστος των δημοσιονομικών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 2,96 δισ. ευρώ για το 2025 και σε επιπλέον 3,7 δισ. ευρώ για το 2026, ενώ μετά τον προϋπολογισμό προστέθηκαν μέτρα περίπου 800 εκατ. ευρώ, μεταξύ των οποίων η έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί, η κάρτα καυσίμων για τον Απρίλιο και τον Μάιο, η επιδότηση diesel, η επιδότηση λιπασμάτων, η αύξηση της ενίσχυσης των συνταξιούχων στα 300 ευρώ, η διεύρυνση της επιστροφής ενοικίου και η επιστροφή δύο ενοικίων σε γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς που υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Αυτό σημαίνει ότι αν υπάρξει νέο κύμα πίεσης από καύσιμα ή ηλεκτρικό ρεύμα, οι δυνατότητες για άμεση πρόσθετη στήριξη είναι πιο περιορισμένες. Η αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών προβλέπεται στο 7,5% το 2026, ενώ, ακόμη και με την ευελιξία από την εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, η Ελλάδα εμφανίζεται να απέχει μόλις 0,1% του ΑΕΠ από το σχετικό όριο.
Η ρήτρα διαφυγής και τα όρια των μέτρων
Η Κομισιόν άνοιξε παράθυρο ώστε μέρος της ευελιξίας που συνδέεται με τις αμυντικές δαπάνες να μπορεί να καλύψει και δαπάνες ενεργειακής ανθεκτικότητας για την περίοδο 2026-2028, με ειδικό ετήσιο όριο 0,3% του ΑΕΠ και σωρευτικό όριο 0,6% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, αυτό δεν ισοδυναμεί με γενική «άδεια» για επιδόματα ή νέες οριζόντιες φοροελαφρύνσεις στα καύσιμα. Η ευελιξία αφορά δαπάνες που μπορούν να δικαιολογηθούν στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ως μέτρα ενεργειακής ανθεκτικότητας, όπως δίκτυα, αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, εξοικονόμηση και καθαρές πηγές ενέργειας. Επομένως, για το ΥΠΟΙΚ το πρόβλημα παραμένει διπλό, δηλαδή και να απορροφήσει τις πιέσεις από τις τιμές χωρίς να δημιουργήσει νέο μόνιμο δημοσιονομικό κόστος και ταυτόχρονα να αξιοποιήσει όποια ευρωπαϊκή ευελιξία υπάρχει σε παρεμβάσεις που περνούν τον έλεγχο των Βρυξελλών.
Το δεύτερο κρίσιμο ραντεβού της εβδομάδας είναι η συνεδρίαση της ΕΚΤ με την αγορά να προεξοφλεί μια αύξηση επιτοκίων της τάξης του 0,25%. Η Φρανκφούρτη καλείται να διαμορφώσει το επόμενο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής σε περιβάλλον όπου ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ η ενέργεια μπορεί να ανατρέψει γρήγορα κάθε υπολογισμό. Για τις χώρες της Ευρωζώνης, μαζί και για την Ελλάδα, η απόφαση αφορά άμεσα στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματική χρηματοδότηση, καταθέσεις και νέες εκδόσεις χρέους.
Ακόμη και αν η επίπτωση στα υφιστάμενα δάνεια περνά σταδιακά, η κατεύθυνση των επιτοκίων επηρεάζει το κλίμα στην αγορά. Μικρές επιχειρήσεις που αναζητούν κεφάλαιο κίνησης, νοικοκυριά που αναζητούν στεγαστικό δάνειο και εταιρείες που σχεδιάζουν επενδύσεις με τραπεζική χρηματοδότηση παρακολουθούν πλέον όχι μόνο την πορεία των τιμών, αλλά και το πόσο γρήγορα θα κινηθεί το κόστος χρήματος.
Η δύσκολη εξίσωση για το ΥΠΟΙΚ είναι ότι ο πληθωρισμός μπορεί να ενισχύει βραχυπρόθεσμα τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα, κυρίως μέσω ΦΠΑ, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την αγοραστική δύναμη, αυξάνει την πίεση για μέτρα στήριξης και μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση. Αν οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η συζήτηση θα μεταφερθεί στο ποιοι πρέπει να στηριχθούν πρώτοι και με ποιο δημοσιονομικό περιθώριο.
