Με υψηλότερες τιμές φερριτίνης θα στοιχειοθετείται πλέον η διάγνωση της έλλειψης σιδήρου, σύμφωνα με τις πρώτες τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας (ASH). Στόχος της αλλαγής είναι να εντοπίζονται έγκαιρα ασθενείς που μέχρι σήμερα ξέφευγαν από τον έλεγχο.
Τις αλλαγές που φέρνει η ASH στη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου και το ρόλο της φερριτίνης στη διάγνωση αναλύουν δύο γιατροί του ΕΚΠΑ. Ο ένας είναι ο αιματολόγος Κωνσταντίνος Γιάννακας. Ο άλλος είναι ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής-Ογκολογίας-Αιματολογίας, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και τέως πρύτανης του ΕΚΠΑ.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ένα πρόβλημα που αφορά έναν στους τρεις
Η έλλειψη σιδήρου είναι η πιο διαδεδομένη διατροφική ανεπάρκεια παγκοσμίως. Επηρεάζει περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, δηλαδή γύρω στα 2 δισ. ανθρώπους, ενώ μόνο στις ΗΠΑ αφορά 10 εκατ. ενήλικες. Οι θεραπείες είναι αποτελεσματικές και διαθέσιμες, ωστόσο πολλοί ασθενείς περνούν μήνες ή και χρόνια με συμπτώματα πριν διαγνωστούν. Κατά την ASH, στις ομάδες υψηλού κινδύνου έως και 7 στα 10 περιστατικά μένουν αδιάγνωστα. Αυτό οφείλεται στον περιορισμένο έλεγχο και στις μεγάλες διαφορές στα όρια αναφοράς από εργαστήριο σε εργαστήριο.
Οι νέες οδηγίες δημοσιεύθηκαν στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 στο Blood Advances. Καλύπτουν ενήλικες, μικρά παιδιά, άτομα με έμμηνο ρύση, εγκύους και ασθενείς με φλεγμονή. Στη σημασία τους στάθηκε στις 23 Οκτωβρίου και το περιοδικό JAMA, σημειώνοντας ότι επιδιώκουν ενιαία όρια φερριτίνης και λιγότερες χαμένες διαγνώσεις.
Πώς εξελίσσεται η έλλειψη
Ο σίδηρος χρειάζεται για την παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, του μορίου των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει οξυγόνο σε όλο το σώμα. Είναι επίσης απαραίτητος για τη λειτουργία του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού και των μυών, καθώς και για υγιές δέρμα, μαλλιά και νύχια. Τα αποθέματά του φυλάσσονται κυρίως στη φερριτίνη, μια πρωτεΐνη της οποίας η συγκέντρωση στο αίμα δείχνει πόσος σίδηρος έχει αποθηκευτεί.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η ανεπάρκεια προχωρά σε στάδια:
- Άδειασμα των αποθηκών: Η πρόσληψη δεν καλύπτει τις ανάγκες, η φερριτίνη πέφτει, αλλά η αιμοσφαιρίνη μένει σε φυσιολογικά επίπεδα.
- Διαταραχή στην παραγωγή ερυθρών: Ο μυελός δυσκολεύεται να παράγει φυσιολογικά ερυθρά αιμοσφαίρια.
- Σιδηροπενική αναιμία: Τα ερυθρά γίνονται μικρά και ωχρά (μικροκυτταρικά, υπόχρωμα).
Η σιδηροπενική αναιμία είναι η συχνότερη αιματολογική νόσος στον κόσμο. Χωρίς θεραπεία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές που απειλούν ακόμη και τη ζωή. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η έλλειψη σιδήρου μπορεί να δίνει συμπτώματα πολύ πριν εμφανιστεί αναιμία.
Ποιοι κινδυνεύουν
Η απώλεια αίματος είναι η πρώτη αιτία. Αυξημένο κίνδυνο έχουν:
- Άτομα με έμμηνο ρύση: Ιδίως όσα έχουν βαριά ή παρατεταμένη περίοδο. Το ίδιο ισχύει για τις εγκύους και τις θηλάζουσες, που έχουν αυξημένες ανάγκες.
- Βρέφη, μικρά παιδιά και έφηβοι: Λόγω της γρήγορης ανάπτυξης.
- Άνδρες και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση: Εδώ συνήθως ευθύνεται μια χρόνια, «σιωπηλή» αιμορραγία από το πεπτικό, π.χ. από έλκος, αιμορροΐδες ή όγκους. Γι’ αυτό ο έλεγχος του γαστρεντερικού είναι πάντα απαραίτητος.
- Άτομα με προβλήματα απορρόφησης: Όπως κοιλιοκάκη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ατροφική γαστρίτιδα, λοίμωξη από Helicobacter pylori ή ιστορικό βαριατρικής επέμβασης.
- Όσοι κάνουν περιοριστικές δίαιτες ή έχουν χρόνια νοσήματα: Όπως χρόνια νεφρική νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια ή ρευματολογικά νοσήματα.
Συμπτώματα που μπερδεύουν
Οι ενδείξεις είναι συνήθως ήπιες και γενικές, γι’ αυτό η διάγνωση αργεί. Οι πιο συνηθισμένες είναι:
- κούραση και χαμηλή ενέργεια, αδυναμία
- ζάλη, δύσπνοια, ταχυκαρδία
- πονοκέφαλος, χλωμάδα, δυσκολία στη συγκέντρωση
- σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
Σε σοβαρή έλλειψη έχουν περιγραφεί επίσης:
- πίκα, δηλαδή έντονη ανάγκη για πάγο ή μη φαγώσιμες ουσίες
- γλωσσίτιδα και χειλίτιδα
- κοιλονυχία, δηλαδή νύχια σε σχήμα «κουταλιού»
Οι εξετάσεις και το πρόβλημα των ορίων
Για τη διάγνωση αρκούν απλές αιματολογικές εξετάσεις: γενική αίματος, σίδηρος ορού, ικανότητα δέσμευσης σιδήρου, κορεσμός τρανσφερρίνης, δικτυοερυθροκύτταρα και επίχρισμα περιφερικού αίματος. Πάνω απ’ όλα μετράει η φερριτίνη ορού, ο καλύτερος έμμεσος δείκτης των συνολικών αποθεμάτων.
Η φερριτίνη όμως είναι «πρωτεΐνη οξείας φάσης», δηλαδή ανεβαίνει σε φλεγμονές, λοιμώξεις και καρκίνο. Σε αυτούς τους ασθενείς, λοιπόν, μια φυσιολογική ή υψηλή τιμή δεν αποκλείει την έλλειψη σιδήρου.
Επιπλέον, έως τώρα δεν υπήρχε ομοφωνία για το πότε η φερριτίνη θεωρείται χαμηλή. Πολλά εργαστήρια χρησιμοποιούσαν ως όριο το κατώτερο φυσιολογικό. Αυτό είχε υπολογιστεί σε «υγιείς» πληθυσμούς, που όμως περιλάμβαναν αρκετούς ανθρώπους με λανθάνουσα έλλειψη. Έτσι, τα όρια κατέληγαν τεχνητά χαμηλά.
Τα νέα όρια
Πολυεπιστημονική επιτροπή της ASH, με τη συμμετοχή και εκπροσώπου ασθενών, εξέτασε συστηματικά τα δεδομένα με τη μεθοδολογία GRADE και διατύπωσε 5 συστάσεις. Η βασική αλλαγή είναι ότι τα όρια φερριτίνης ανεβαίνουν σε όλους τους πληθυσμούς, είτε υπάρχει αναιμία είτε όχι:
- Παιδιά 9 μηνών έως 4 ετών: από ≤12 σε ≤20 ng/mL
- Ενήλικες, άτομα με έμμηνο ρύση, έγκυοι: από ≤15 σε ≤30 ng/mL
- Ομάδες υψηλού κινδύνου (π.χ. βαριά έμμηνος ρύση, έγκυοι με αναιμία): ≤50 ng/mL
- Ενήλικες με φλεγμονή (καρκίνος, ΙΦΝΕ, λοιμώξεις κ.ά.): φερριτίνη <100 ng/mL ή κορεσμός τρανσφερρίνης <20%
Για τις εγκύους, η επιτροπή ζητά ρητά να εγκαταλειφθεί το όριο των 15 ng/mL. Στους ασθενείς με φλεγμονή προτείνεται να εξετάζονται μαζί η φερριτίνη και ο κορεσμός τρανσφερρίνης, και αρκεί να πληρείται ένα από τα δύο κριτήρια. Ο κορεσμός μετριέται ιδανικά μετά από νηστεία περίπου 5-9 ωρών, χωρίς να έχουν ληφθεί σκευάσματα σιδήρου ή πολυβιταμίνες.
Η επιτροπή διευκρινίζει ότι τα όρια λειτουργούν ως οδηγός και δεν επιβάλλουν αυτόματα χορήγηση σιδήρου. Η απόφαση στηρίζεται στην αιτία, την κλινική εικόνα και τη στάθμιση οφέλους-κινδύνου. Παραδέχεται επίσης ότι οι συστάσεις βασίζονται σε δεδομένα χαμηλής ή πολύ χαμηλής βεβαιότητας. Καταγράφει και ερευνητικά κενά, όπως το αν πρέπει να γίνεται προσυμπτωματικός έλεγχος στις γυναίκες.
Η θεραπεία
Η σιδηροπενική αναιμία θεραπεύεται αποτελεσματικά. Πρώτο βήμα είναι να βρεθεί και να διορθωθεί η αιτία. Η χορήγηση σιδήρου χωρίς διερεύνηση θεωρείται κακή πρακτική. Η πηγή της αιμορραγίας πρέπει να αναζητείται ακόμη και σε ήπια αναιμία, αφού μπορεί να είναι το μοναδικό σημάδι ενός κρυμμένου καρκίνου του πεπτικού.
Για τους περισσότερους ασθενείς, πρώτη επιλογή είναι ο σίδηρος από το στόμα. Συχνά δίνεται μέρα παρά μέρα, ώστε να απορροφάται καλύτερα και να ενοχλεί λιγότερο το στομάχι, ενώ η βιταμίνη C βοηθά στην απορρόφηση. Η αγωγή συνεχίζεται περίπου 6 μήνες αφού ομαλοποιηθεί η αιμοσφαιρίνη, για να γεμίσουν ξανά οι αποθήκες.
Ο ενδοφλέβιος σίδηρος χρησιμοποιείται:
- σε όσους δεν ανέχονται ή δεν ανταποκρίνονται στον σίδηρο από το στόμα
- σε όσους συνεχίζουν να χάνουν σημαντικές ποσότητες αίματος
- όταν απαιτείται γρήγορη αναπλήρωση, όπως σε σοβαρή αναιμία, πριν από προγραμματισμένο χειρουργείο ή στο τρίτο τρίμηνο της κύησης
Τα αποτελέσματα έρχονται γρήγορα. Η αιμοσφαιρίνη αρχίζει να ανεβαίνει σε 1-2 εβδομάδες και η αναιμία αναμένεται να υποχωρήσει σε περίπου 2 μήνες. Αν η βελτίωση δεν είναι η αναμενόμενη, ερευνάται συνεχιζόμενη αιμορραγία, δυσαπορρόφηση ή κάποιο υποκείμενο νόσημα. Οδηγίες της ASH για τη θεραπεία της έλλειψης σιδήρου αναμένονται το 2027.
Τι σημαίνει για τους ασθενείς
Με τα νέα, υψηλότερα όρια, κάποιοι που στο παρελθόν θεωρήθηκε ότι δεν έχουν έλλειψη σιδήρου ενδέχεται τώρα να πληρούν τα κριτήρια, ιδίως όσοι είχαν φερριτίνη κοντά στο παλιό όριο. Όσοι ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου ή έχουν επίμονη κόπωση και σχετικά συμπτώματα καλό είναι να συζητήσουν με τον γιατρό τους έναν έλεγχο φερριτίνης με βάση τα νέα δεδομένα. Αντίθετα, η λήψη σιδήρου με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς ιατρική εκτίμηση, δεν ενδείκνυται, γιατί μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση της αιτίας.