Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία έρευνας που δείχνουν ότι τα κουνούπια μπορούν να αναπτύξουν πολύ υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα, γεγονός που δυσκολεύει την καταπολέμησή τους και δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία.
Το γεγονός ότι τα κουνούπια γίνονται ανθεκτικά απέναντι στα εντομοκτόνα έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ιό του Δυτικού Νείλου, ο οποίος μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένων κουνουπιών και είναι σε έξαρση. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πληθυσμών των κουνουπιών αποτελεί ένα από τα βασικά μέτρα για τον περιορισμό της μετάδοσης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ διαπίστωσαν ότι διαφορετικοί μηχανισμοί ανθεκτικότητας μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα. Με απλά λόγια, κάποια κουνούπια μπορούν να «αντέχουν» περισσότερο στα εντομοκτόνα, ενώ όταν συνδυάζονται περισσότεροι μηχανισμοί, η ανθεκτικότητα μπορεί να γίνει ακόμη ισχυρότερη.
Η εξέλιξη αυτή κάνει πιο δύσκολη την καταπολέμηση των κουνουπιών, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου κυκλοφορούν ιοί όπως ο Δυτικός Νείλος και η ελονοσία.
Την ίδια ώρα, η κλιματική αλλαγή μπορεί να ευνοήσει την παρουσία και την εξάπλωση των κουνουπιών, καθώς οι υψηλότερες θερμοκρασίες και η μεγαλύτερη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής τους μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξή τους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η νέα έρευνα αναδεικνύει έτσι την ανάγκη για αποτελεσματικότερες μεθόδους αντιμετώπισης της ανθεκτικότητας των κουνουπιών στα εντομοκτόνα, ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι από ασθένειες που μεταδίδονται μέσω αυτών, όπως ο ιός του Δυτικού Νείλου.
Δείτε αναλυτικά η έρευνα εδώ: https://www.pnas.org/doi/10.1073/pnas.2604812123
Όπως αναφέρει το δελτίο τύπου της έρευνας: «Σε πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS), οι ερευνητές με επικεφαλής την Δρ. Λίντα Γρηγοράκη και την υποψήφια διδάκτορα Mengling Chen, χρησιμοποιώντας τεχνικές γενετικής μηχανικής, εξέτασαν ξεχωριστά διαφορετικούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας, όπως μεταλλάξεις στους μοριακούς στόχους των εντομοκτόνων και την παραγωγή ενζύμων που διασπούν τα εντομοκτόνα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όταν διαφορετικοί μηχανισμοί συνυπάρχουν στο ίδιο κουνούπι, η ανθεκτικότητα αυξάνεται δραματικά. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν λειτουργούν απλώς ανεξάρτητα, αλλά αλληλοενισχύονται, με αποτέλεσμα τα κουνούπια να μπορούν να εξουδετερώνουν πλήρως τη δράση των εντομοκτόνων σε κάποιες περιπτώσεις. Η συνδυαστική δράση πιθανότατα οφείλεται στο ότι οι μεταλλαγές στόχου προσφέρουν περισσότερο χρόνο στα ένζυμα αποτοξικοποίησης να δράσουν ή/και στη δημιουργία ενζυμικών συμπλόκων αποτοξικοποίησης που διασπούν διαδοχικά τα μόρια του εντομοκτόνου απενεργοποιώντας τα πιο αποτελεσματικά.
“Πρόκειται για μια πολύ σημαντική εργασία, που διαλευκαίνει τους σύνθετους μοριακούς μηχανισμούς της ανθεκτικότητας των κουνουπιών, η οποία συνεχίζει την παράδοση του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ στην έρευνα για τα έντομα υγειονομικής σημασίας και τις εντομομεταδιδόμενες ασθένειες” τόνισε ο Διευθυντής του ΙΜΒΒ Καθ. Γιάννης Βόντας».