Η επιτυχία στην επέμβαση καταρράκτη δεν εγγυάται την τέλεια όραση.
Μερικοί ασθενείς παρότι θεωρητικώς έχουν καλή όραση, στην πραγματικότητα βλέπουν «φωτοστέφανα» (θάμβος) γύρω από τα φώτα το βράδυ, «ξεθωριασμένα» χρώματα ή έχουν την αδιόρατη αίσθηση ότι η όρασή τους δεν εστιάζει ποτέ πραγματικά.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μία νέα μελέτη, που παρουσιάσθηκε στο 130ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθλαμολογίας (AAO 2026), υποδηλώνει ότι πολλοί από αυτούς τους ασθενείς δεν χρειάζονται δεύτερη επέμβαση καταρράκτη, αλλά μία μικρή βελτίωση με λέιζερ, καθοδηγούμενο από μία τεχνολογία γνωστή ως ray-tracing.
Όπως αναφέρει η AAOσε δελτίο τύπου που εξέδωσε, η τεχνολογία αυτή χαρτογραφεί τη διαδρομή του φωτός από την επιφάνεια του οφθαλμού έως το οπίσθιο τμήμα του (τον βυθό), αξιολογώντας πως ευθυγραμμίζονται ο κερατοειδής χιτώνας στην επιφάνεια του ματιού και ο υποκείμενος τεχνητός φακός (ενδοφακός).
Ο ενδοφακός αντικαθιστά τον θολωμένο, φυσικό φακό του οφθαλμού (τον κρυσταλλοειδή φακό) που ευθύνεται για τον καταρράκτη.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μελέτη σε ομάδα ασθενών οι οποίοι υποβλήθηκαν σε διορθωτική επέμβαση με λέιζερ, μετά από εξέταση με την τεχνολογία ray-tracing, έδειξε ότι με τη βοήθειά της μειώνονται σημαντικά οι οπτικές στρεβλώσεις των ασθενών.
Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις βελτιώνεται η οπτική οξύτητά τους σε επίπεδα που ουδέποτε είχαν με τα διορθωτικά γυαλιά τους.
«Βλέπουμε έναν αυξανόμενο αριθμό ασθενών οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε τεχνικά άρτια επέμβαση καταρράκτη, συχνά με προηγμένους ενδοφακούς, αλλά παραμένουν δυσαρεστημένοι από την όρασή τους», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, Καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς «έχουν οπτικές στρεβλώσεις οι οποίες δεν αντικατοπτρίζονται καθόλου στους συμβατικούς πίνακες οπτικής οξύτητας», πρόσθεσε.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η τεχνολογία ray-tracing που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη, έχει αναπτυχθεί και εγκριθεί για οφθαλμούς οι οποίοι δεν έχουν πρότερο ιστορικό χειρουργικής επέμβασης. Η εφαρμογή τους σε μάτια με ενδοφακούς, όπως έγινε στην παρούσα μελέτη, είναι χρήση εκτός έγκρισης (off-label).
Μικρή κλίση, μεγάλη θαμπάδα
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, ένας τεχνητός ενδοφακός που βρίσκεται ελαφρώς λοξά ή εκτός κέντρου σε σχέση με τον οπτικό άξονα του οφθαλμού και τον κερατοειδή, μπορεί να προκαλέσει μικροσκοπικές οπτικές ατέλειες, γνωστές ως εκτροπές υψηλής τάξης.
Οι υπάρχουσες χειρουργικές τεχνικές δεν μπορούν να ελέγξουν με απόλυτη ακρίβεια την τελική θέση που θα λάβει ο τεχνητός ενδοφακός. Επιπλέον, οι παραδοσιακές διορθώσεις με λέιζερ μετά από επέμβαση καταρράκτη βασίζονται σε μετρήσεις του σχήματος του κερατοειδούς ή του τρόπου με τον οποίο το φως διέρχεται από τις διάφορες δομές του οφθαλμού (οφθαλμική αμπερομετρία – wavefront).
Έως τώρα, ήταν κοινή η παραδοχή ότι οι ατέλειες που προέρχονται από τον τεχνητό ενδοφακό δεν μπορούν να διορθωθούν στην επιφάνεια του κερατοειδούς.
Το πρόβλημα αυτό επιλύει η τεχνολογία ray-tracing. «Αντί να πραγματοποιήσουμε διόρθωση μόνο στην επιφάνεια του οφθαλμού (δηλαδή στον κερατοειδή), χρησιμοποιούμε την τεχνολογία αυτή για να υπολογίσουμε τη θεραπεία που χρειάζεται συνολικά. Με βάση αυτή την προσέγγιση, θελήσαμε να δούμε αν θα μπορούσαμε να διασώσουμε ή να βελτιώσουμε την όραση της συγκεκριμένης ομάδας ασθενών», εξήγησε ο κ. Κανελλόπουλος.
Η νέα μελέτη
Η μελέτη που παρουσίασε ο καθηγητής στο συνέδριο, το οποίο διεξήχθη 9-12 Οκτωβρίου 2026 στη Νέα Ορλεάνη, συμπεριέλαβε 55 οφθαλμούς με καταρράκτη. Για τη διόρθωσή του είχαν χρησιμοποιηθεί διάφοροι τύποι ενδοφακών: μονοεστιακοί, τορικοί, αυξημένου βάθους εστίασης (EDoF) και τριπλοεστιακοί.
Σε κάθε οφθαλμό έγινε επανορθωτική επέμβαση με λέιζερ (LASIK) καθοδηγούμενη από την τεχνολογία ray-tracing. Τα αποτελέσματα της διόρθωσης αξιολογήθηκαν τρεις μήνες αργότερα.
Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, οι συμμετέχοντες στη μελέτη παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στη μακρινή όρασή τους και στην καλύτερη όρασή τους με γυαλιά. Επιπλέον, μειώθηκε ο υπολειπόμενος αστιγματισμός τους. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι μειώθηκαν κατά 70% οι εκτροπές υψηλής τάξης, που προκαλούσαν τα «φωτοστέφανα» γύρω από τα φώτα και τα άλλα ενοχλητικά συμπτώματά τους.
Η μελέτη έδειξε ακόμα, ότι βελτιώθηκε σημαντικά και η ευαισθησία στην αντίθεση (contrast sensitivity), που δείχνει πόσο καλά μπορούν τα μάτια να ξεχωρίσουν τις σχεδόν αδιόρατες διαφορές στη σκίαση.
Ο βαθμός της μείωσης των εκτροπών και οι βελτιώσεις στην αντίθεση (contrast) εξέπληξαν τους ερευνητές. Η τόσο μεγάλη μείωση των εκτροπών υποδηλώνει ότι σε σημαντικό ποσοστό αυτές δεν προέρχονται μόνον από τον κερατοειδή χιτώνα, αλλά συνολικά από τις οπτικές δομές του οφθαλμού. Επιπλέον, η βελτίωση στην αντίθεση σημαίνει ότι οι ασθενείς συχνά είχαν καλύτερη όραση απ’ ό,τι πριν από την διορθωτική επέμβαση.
«Η φτωχή ποιότητα της όρασης στον χαμηλό φωτισμό είναι αυτή για την οποία παραπονιούνται κυρίως αρκετοί ασθενείς μετά την επέμβαση καταρράκτη. Η μελέτη μας έδειξε ότι μπορεί να βελτιωθεί αισθητά», υπογράμμισε ο κ. Κανελλόπουλος.
Συγκρατημένη αισιοδοξία
Τα νέα ευρήματα δείχνουν πόσο σημαντικό είναι, μετά την επέμβαση καταρράκτη, να αντιμετωπίζεται ο οφθαλμός ως «ένα ενιαίο οπτικό σύστημα και όχι ως ένας κερατοειδής και ένας ενδοφακός που λειτουργούν ξεχωριστά», συμπλήρωσε. Για τους δυσαρεστημένους ασθενείς, η προσέγγιση αυτή «προφέρει μία πολύ λιγότερο επεμβατική εναλλακτική λύση, αντί για την αντικατάσταση του ενδοφακού».
Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως η νέα θεραπεία αποτελεί πανάκεια. Κατάλληλοι υποψήφιοι γι’ αυτήν είναι οι ασθενείς με σταθερά διαθλαστικά σφάλματα, υγιή οφθαλμική επιφάνεια και επαρκές πάχος κερατοειδούς. Δεν πρέπει επίσης να πάσχουν από κάποια νόσο του αμφιβληστροειδούς ή της ωχράς κηλίδας, η οποία θα μπορούσε να ευθύνεται για τα συμπτώματά τους.
Με άλλα λόγια, και σε αυτήν την περίπτωση ισχύουν όλοι οι περιορισμοί που συνοδεύουν τις επεμβάσεις με λέιζερ στα μάτια, επομένως οι ασθενείς πρέπει να συζητούν με τον γιατρό τους το ενδεχόμενο αυτής της επέμβασης.
«Εάν η όρασή σας είναι απογοητευτική μετά την επέμβαση καταρράκτη, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ο τεχνητός ενδοφακός που σας τοποθετήθηκε είναι λανθασμένος ή ότι χρειάζεστε δεύτερη επέμβαση. Σε πολλές περιπτώσεις, η αιτία είναι ένα μικρό, μετρήσιμο σφάλμα στην οπτική ευθυγράμμιση που μπορεί πλέον να διορθωθεί με μια επέμβαση με λέιζερ, όταν αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες», ανέφερε ο κ. Κανελλόπουλος.
Έσπευσε όμως να διευκρινίσει ότι τα νέα ευρήματα είναι πρώιμα. Η μελέτη αφορά τα αποτελέσματα μετά από τρεις μήνες και σε σχετικά μικρό αριθμό οφθαλμών. Οι ερευνητές πραγματοποιούν τώρα μεγαλύτερη μελέτη, με νέους ασθενείς και μεγαλύτερη διάρκεια. Προγραμματίζουν επίσης να συγκρίνουν τη βελτίωση που προσφέρει το λέιζερ με τεχνολογία ray-tracing έναντι της παραδοσιακής θεραπείας με λέιζερ. Θέλουν επίσης να συμπληρώσουν οι ασθενείς εγκυροποιημένα ερωτηματολόγια (validated questionnaires) για να καταγράφουν τις απόψεις τους για την όρασή τους.
Το τελευταίο βήμα είναι το πιο ουσιώδες για τη συγκεκριμένη υποκατηγορία πασχόντων από καταρράκτη. Και αυτό, διότι το πως περιγράφει ο ίδιος ο ασθενής την όρασή του είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι βλέπουν οι ειδικοί.