Υπάρχει κάτι βαθύτερο στην απόφαση της ΝΔ να μη στηρίξει την Έλενα Ακρίτα για τη θέση της αντιπροέδρου της Βουλής. Και δεν αφορά ούτε την Ακρίτα ως πρόσωπο ούτε το αν συμφωνεί κανείς με τον δημόσιο λόγο της.
Αφορά το πώς αντιλαμβάνεται μια κυβερνητική πλειοψηφία τη θεσμική θέση της αντιπολίτευσης.
Ούτε η κοινοβουλευτική δημοκρατία λειτουργεί με πιστοποιητικά πολιτικής ευπρέπειας που εκδίδει η κυβέρνηση ούτε και η αντιπολίτευση υπάρχει για να είναι συμπαθής στην πλειοψηφία και φυσικά οι εκπρόσωποί της δεν οφείλουν να περνούν εξετάσεις με κριτήριο πόσο ενοχλητική ήταν η κριτική τους προς την κυβέρνηση.
Το αντίθετο. Η σύγκρουση, η αυστηρή κριτική, ακόμα και η πολιτική οξύτητα βρίσκονται μέσα στην ίδια τη φύση της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.
Γι’ αυτό και το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στην αρνητική ψήφο όσο στην πολιτική λογική με την οποία αυτή δικαιολογείται.
Αν μια βουλεύτρια της αντιπολίτευσης θεωρείται ακατάλληλη για ένα κοινοβουλευτικό αξίωμα επειδή έχει επιτεθεί πολιτικά στην κυβέρνηση, τότε δημιουργείται ένα εξαιρετικά προβληματικό προηγούμενο. Η κυβερνητική πλειοψηφία αναλαμβάνει να αποφασίζει ποιοι αντίπαλοί της είναι αρκετά «κόσμιοι» ώστε να δικαιούνται τη θεσμική εκπροσώπηση που αντιστοιχεί στο κόμμα τους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Οι θέσεις του προεδρείου της Βουλής δεν υπάρχουν ως βραβεία καλής συμπεριφοράς που απονέμει η εκάστοτε κυβέρνηση. Η πολιτική τους σημασία βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αποτυπώνουν τον πλουραλισμό του Κοινοβουλίου και αναγνωρίζουν θεσμικό χώρο και στις δυνάμεις που βρίσκονται απέναντι στην πλειοψηφία. Ακόμη πιο προβληματική είναι η επίκληση μιας δικαστικής αντιδικίας με τη Μαρέβα Μητσοτάκη.
Διότι εδώ τα όρια μεταξύ θεσμικού και προσωπικού αρχίζουν να θολώνουν επικίνδυνα. Η σύζυγος του πρωθυπουργού δεν αποτελεί θεσμικό όργανο της Πολιτείας και μια ιδιωτική δικαστική αντιπαράθεση μαζί της δεν μπορεί να μετατρέπεται σε άτυπο κριτήριο πολιτικής αποδοχής μέσα στη Βουλή.
Αν πράγματι χρησιμοποιείται ως πολιτικό επιχείρημα, τότε γεννάται ένα απλό ερώτημα. Από πότε οι προσωπικές αντιδικίες που αφορούν το οικογενειακό περιβάλλον του πρωθυπουργού αποκτούν κοινοβουλευτικές συνέπειες;
Υπάρχει όμως και κάτι ευρύτερο.
Τα τελευταία χρόνια η έννοια της «τοξικότητας» χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο όχι για να περιγράψει συγκεκριμένες συμπεριφορές, αλλά για να απονομιμοποιήσει πολιτικούς αντιπάλους.
Έτσι όμως η πολιτική συζήτηση μετακινείται από το τι λέγεται στο ποιος δικαιούται να μιλά.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό θεσμικό πρόβλημα.
Μια κυβέρνηση με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχει ούτως ή άλλως τεράστια θεσμική δύναμη. Ελέγχει την κυβερνητική ατζέντα, διαθέτει την αριθμητική δυνατότητα να νομοθετεί και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό χρόνο. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη και όχι μικρότερη αυτοσυγκράτηση όταν βρίσκεται απέναντι στα δικαιώματα της αντιπολίτευσης.
Η δημοκρατική ποιότητα μιας πλειοψηφίας δεν κρίνεται από το πόσο γενναιόδωρη είναι με όσους συμφωνούν μαζί της. Κρίνεται από το πώς συμπεριφέρεται σε εκείνους που την ενοχλούν.
Και αυτό είναι το σημείο που ξεπερνά κατά πολύ την Έλενα Ακρίτα.
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί μαζί της, να θεωρεί υπερβολικό τον λόγο της, να απορρίπτει το ύφος της ή να έχει συγκρουστεί πολιτικά μαζί της. Τίποτα από αυτά δεν αλλάζει την αρχή που διακυβεύεται. Γιατί οι θεσμικές εγγυήσεις δεν υπάρχουν μόνο για τους πολιτικούς που συμπαθούμε. Υπάρχουν κυρίως για εκείνους που η εκάστοτε εξουσία δεν συμπαθεί.
