Υπάρχουν πολιτικές ομιλίες που κρίνονται από τις εξαγγελίες τους και άλλες που κρίνονται από τη φιλοδοξία τους. Η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ανήκει περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία.
Γιατί το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο κατώτατος μισθός μπορεί να φτάσει τα 1.000 ευρώ, αν ο ΦΠΑ στα βασικά αγαθά μπορεί να πέσει στο 6% ή αν ένα νέο Ταμείο Σύγκλισης μπορεί να κινητοποιήσει δισεκατομμύρια επενδύσεων. Αυτά θα συζητηθούν, θα κοστολογηθούν και θα αμφισβητηθούν.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι αν ο Τσίπρας επιχειρεί από τη Θεσσαλονίκη να εγκαινιάσει τη δεύτερη μεγάλη φάση της πολιτικής του διαδρομής.
Η πρώτη Θεσσαλονίκη του ήταν συνδεδεμένη με μια εποχή θυμού, κοινωνικής πίεσης και ρήξης. Με μια χώρα βαθιά τραυματισμένη από τα μνημόνια και έναν πολιτικό που υποσχόταν να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Η δεύτερη Θεσσαλονίκη επιχειρεί να χτιστεί σε διαφορετικό έδαφος. Δεν έχει στο επίκεντρο τη ρήξη, αλλά την ανασυγκρότηση. Δεν μιλά τόσο για το πώς θα σταματήσει κάτι, όσο για το τι θα οικοδομηθεί στη θέση του.
Παραγωγικό μοντέλο, βιομηχανική πολιτική, επενδύσεις, κατοικία, ενέργεια, μισθοί, φορολογική αναδιανομή. Ο Τσίπρας θέλει πλέον να εμφανιστεί όχι ως ο πολιτικός της διαμαρτυρίας, αλλά ως ο πολιτικός ενός εναλλακτικού σχεδίου διακυβέρνησης.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του προγράμματος της ΕΛΑΣ δεν είναι μία συγκεκριμένη εξαγγελία. Είναι η προσπάθεια να συνδεθούν όλες σε μια ενιαία αφήγηση για μια Ελλάδα που παράγει λιγότερο από όσο θα μπορούσε, που μοιράζει άνισα όσα παράγει και προσφέρει μικρότερη ασφάλεια στην καθημερινότητα του πολίτη.
Η απάντηση που προτείνει είναι αντίστοιχα τριπλή με περισσότερη παραγωγή, δικαιότερη κατανομή και ισχυρότερη κοινωνική προστασία.
Από αυτή την άποψη, το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική πρόταση. Όχι επειδή είναι κατ’ ανάγκη η πιο εύκολη να εφαρμοστεί, αλλά επειδή συμπυκνώνει τη νέα εικόνα που θέλει να προβάλλει με ένα κράτος που δεν περιορίζεται σε επιδόματα, αλλά επιλέγει παραγωγικές προτεραιότητες, επενδύει και απαιτεί ανταλλάγματα από όσους χρηματοδοτεί.
Το ίδιο ισχύει και για την «Πατριωτική Εισφορά» στο ισχυρότερο 1%. Πρόκειται για μια προσπάθεια να επαναδιατυπωθεί η αναδιανομή με όρους εθνικής ευθύνης όπου όσοι έχουν περισσότερα, οφείλουν να συμμετέχουν περισσότερο.
Εδώ όμως αρχίζει και η δυσκολία της δεύτερης Θεσσαλονίκης. Όσο πιο φιλόδοξο είναι το σχέδιο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η απαίτηση αξιοπιστίας.
Τα 25 δισ. επενδυτικής δυνατότητας, οι 50.000 προσιτές κατοικίες, οι μειώσεις φόρων, ο ΦΠΑ 6%, οι δωρεάν συγκοινωνίες, η μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα, οι αυξήσεις μισθών και οι φοιτητικές υποτροφίες δημιουργούν ένα πακέτο με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα.
Δημιουργούν όμως και το αυτονόητο ερώτημα. Πόσο κοστίζει και πώς εφαρμόζεται;
Εκεί θα κριθεί η διαφορά ανάμεσα σε μια ισχυρή πολιτική εξαγγελία και σε ένα πειστικό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Το ίδιο ισχύει και για την κατάργηση των Πανελλαδικών. Ως σύνθημα είναι ισχυρό. Ως μεταρρύθμιση όμως απαιτεί ένα εξαιρετικά αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης, ώστε να μην αντικατασταθεί μια αδικία από μια μεγαλύτερη.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης αφού ο Τσίπρας δεν παρουσίασε μόνο πρόγραμμα αλλά επιχείρησε να ορίσει και το πολιτικό πεδίο της επόμενης αναμέτρησης.
Το δίλημμα «διαφθορά ή εντιμότητα» δείχνει ότι θέλει να μεταφέρει τη σύγκρουση πέρα από την οικονομία, στους θεσμούς, στη διαφάνεια και στον τρόπο άσκησης της εξουσίας.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί η δεύτερη Θεσσαλονίκη του Τσίπρα. Να μετατρέψει μια προσωπική επιστροφή σε πρόταση πολιτικής αλλαγής.
Το αν θα τα καταφέρει δεν θα κριθεί από το χειροκρότημα μιας ομιλίας. Θα κριθεί από το αν το σχέδιο αντέχει στην κοστολόγηση, αν μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική συμμαχία και, κυρίως, αν ο ίδιος μπορεί να πείσει ότι η δεύτερη φορά δεν θα είναι επανάληψη της πρώτης.
Γιατί η πρώτη Θεσσαλονίκη του Τσίπρα ήταν η Θεσσαλονίκη της υπόσχεσης.
Η δεύτερη πρέπει να γίνει η Θεσσαλονίκη της αξιοπιστίας.
