Το θερμόμετρο μπορεί να δείχνει την ίδια θερμοκρασία για μια ολόκληρη πόλη, αλλά ο καύσωνας δεν βιώνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Άλλο είναι να περνάς τη μέρα σε ένα καλά μονωμένο σπίτι, με δέντρα έξω από το παράθυρο, σταθερό εισόδημα και τη δυνατότητα να ανοίξεις το κλιματιστικό χωρίς να σκέφτεσαι τον λογαριασμό του ρεύματος. Άλλο να ζεις στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας που μετατρέπεται σε φούρνο, να εργάζεσαι στον δρόμο ή να υπολογίζεις αν αντέχεις οικονομικά να δροσιστείς.
Δεν ιδρώνουμε όλοι το ίδιο
Ο καύσωνας είναι το πιο άνισα κατανεμημένο φυσικό φαινόμενο της εποχής μας καθώς η κλιματική κρίση όχι μόνο δεν καταργεί τις κοινωνικές ανισότητες αλλά απεναντίας τις φωτίζει και συχνά τις κάνει πιο σκληρές.
Στις περισσότερες πόλεις, οι πιο φτωχές γειτονιές είναι και οι πιο ζεστές. Έχουν λιγότερα δέντρα, λιγότερους ελεύθερους χώρους, περισσότερο τσιμέντο, μεγαλύτερη κυκλοφορία και κτίρια χωρίς επαρκή μόνωση. Η επιστήμη έχει πλέον αποδείξει ότι ακόμη και μέσα στην ίδια πόλη η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα σε δύο συνοικίες μπορεί να φτάσει αρκετούς βαθμούς.
Το ίδιο συμβαίνει και στην εργασία
Ο καύσωνας δεν απειλεί με τον ίδιο τρόπο έναν εργαζόμενο σε κλιματιζόμενο γραφείο και έναν διανομέα πάνω σε μηχανάκι. Δεν επιβαρύνει εξίσου έναν υπάλληλο που μπορεί να εργαστεί εξ αποστάσεως και έναν οικοδόμο, έναν εργάτη γης, έναν λιμενεργάτη, έναν άνθρωπο που βρίσκεται οκτώ ώρες κάτω από τον ήλιο. Η ζέστη μετατρέπεται σε επαγγελματικό κίνδυνο, αλλά και σε οικονομικό δίλημμα. Να προστατεύσεις την υγεία σου ή να χάσεις το μεροκάματο.
Ακόμη και μέσα στο ίδιο σπίτι, η ανισότητα έχει πρόσωπο
Ένας ηλικιωμένος που ζει μόνος, ένας άνθρωπος με καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα, μια οικογένεια με μικρά παιδιά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τη ζέστη όπως ένας υγιής νέος. Όταν η ψύξη εξαρτάται αποκλειστικά από το εισόδημα, τότε η θερμοκρασία γίνεται παράγοντας κοινωνικού αποκλεισμού. Γι’ αυτό η ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τον χειμώνα. Αφορά πλέον και το καλοκαίρι.
Για δεκαετίες μιλούσαμε για το δικαίωμα στη θέρμανση. Σήμερα οφείλουμε να μιλήσουμε και για το δικαίωμα στην ασφαλή ψύξη. Όχι επειδή ο κλιματισμός αποτελεί λύση σε όλα, αλλά επειδή για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας. Η εύκολη απάντηση είναι να πούμε ότι ο καθένας θα αγοράσει ένα καλύτερο κλιματιστικό. Είναι όμως η ίδια λογική που αντιμετωπίζει κάθε συλλογικό πρόβλημα ως ατομική ευθύνη.
Δεν μπορεί η προστασία από τον καύσωνα να εξαρτάται από το ύψος του τραπεζικού λογαριασμού
Αν η μόνη άμυνα απέναντι στη ζέστη είναι η ιδιωτική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τότε η επιβίωση μετατρέπεται σε προϊόν. Όποιος έχει χρήματα αγοράζει περισσότερη ασφάλεια. Όποιος δεν έχει, ζει με περισσότερο κίνδυνο για την υγεία και την ζωή του.
Μόνο που αυτό αποτελεί πολιτική επιλογή και η πραγματική απάντηση βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στις πόλεις που δημιουργούν σκιά αντί για περισσότερη άσφαλτο. Στα σπίτια που μονώνονται ώστε να χρειάζονται λιγότερη ενέργεια. Στην προστασία των εργαζομένων όταν η θερμική καταπόνηση γίνεται επικίνδυνη. Στις ενεργειακές κοινότητες που μειώνουν το κόστος ηλεκτρισμού. Στα κοινωνικά τιμολόγια που αντιμετωπίζουν την ψύξη ως βασική ανάγκη και όχι ως πολυτέλεια.
Η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι ότι ο καύσωνας είναι απλώς ένα φυσικό φαινόμενο
Όχι. Το φυσικό φαινόμενο είναι η υψηλή θερμοκρασία. Το ποιος εκτίθεται περισσότερο σε αυτήν, ποιος μπορεί να προστατευτεί και ποιος πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα είναι αποτέλεσμα κοινωνικών και πολιτικών αποφάσεων.
Γι’ αυτό ο καύσωνας είναι ταξικός καθώς περνά μέσα από τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν. Μέσα από το εισόδημα, την κατοικία, την εργασία, την ηλικία, την υγεία και τη γειτονιά όπου γεννήθηκε ή ζει κανείς. Σε έναν κόσμο που θερμαίνεται, η μεγαλύτερη ανισότητα δεν θα είναι ποιος ζει πιο άνετα. Θα είναι ποιος μπορεί να ζήσει με ασφάλεια.
Και αυτή είναι ίσως η πιο κρίσιμη πολιτική πρόκληση της εποχής μας. Να μη γίνει η προστασία από τη ζέστη ακόμη ένα προνόμιο των λίγων, αλλά ένα δικαίωμα των πολλών.