Είναι αλήθεια ότι τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα των τελευταίων καιρών, που βρίσκουν τον δρόμο τους προς την «δημοσιότητα», πολλές φορές σκιάζουν τον ορίζοντα των συνεπειών γεγονότων που συμβαίνουν πολύ μακριά από την καθημερινότητά μας.
Σε μία ματιά λοιπόν έξω από αυτό τον «ορίζοντα» αξίζει τον κόπο να προσέξουμε δύο ειδήσεις, που αν και φαίνεται να απέχουν πολύ μεταξύ τους στα πρωτοσέλιδα των διεθνών οικονομικών ΜΜΕ, εν τούτοις αποκαλύπτουν συνδυασμένες κινήσεις στο μαλακό υπογάστριο της οικονομικής πραγματικότητας. Κινήσεις με συνέπειες που αναμφίβολα πρόκειται να επηρεάσουν αυτό που αποκαλούμε αγοραστική δύναμη του νομίσματος, με το οποίο διαχειριζόμαστε την καθημερινή μας επιβίωση, το Ευρώ.
Οι εν λόγω «ειδήσεις» έρχονται η μία από το Πεκίνο και η άλλη από την Ουάσιγκτον. Και φαινομενικά είναι… άσχετες.
Η είδηση από το Πεκίνο είναι ότι η κυβέρνηση προειδοποιεί το τραπεζικό σύστημα της χώρας να είναι προσεκτικό με τα αποθέματα που διατηρεί σε αμερικανικό χρέος, δηλαδή κρατικά και εταιρικά ομόλογα και συνιστά κατά το δυνατόν να μειώσει την έκθεσή του στα assets αυτά. Δύο στοιχεία πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του εδώ.
Πρώτον ότι το τραπεζικό σύστημα της Κίνας παρ’ ότι έχει επιτρέψει μία αρκετά ισχυρή λόγω μεγέθους της οικονομίας παρουσία του ιδιωτικού τομέα, εν τούτοις παραμένει υπό αυστηρή κρατική εποπτεία και ο κρατικός τομέας παραμένει κυρίαρχος τόσο σε μέγεθος όσο και σε ποιότητα κεφαλαίων και είναι μη συγκρίσιμος σε μέγεθος με τον ιδιωτικό τομέα.
Το δεύτερο αφορά το γεγονός ότι η «σύσταση» προς τις τράπεζες αφορά ένα asset που αποτελεί το μεγαλύτερο αποθεματικό και με την μεγαλύτερη ρευστότητα διεθνώς, καθώς αποτελεί την βάση ρευστότητας στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Με άλλα λόγια είναι μία σύσταση περαιτέρω – έχει ήδη μειώσει τα αποθεματικά της σε δολάριο εδώ και δύο/τρία χρόνια η Κίνα – απομάκρυνσης από το ισχυρότερο και πλέον χρηστικό εργαλείο στις διεθνείς συναλλαγές.
Και αυτό είναι από μόνο του πολύ παράδοξο πέρα και ξέχωρα από τις διακριτικές κινήσεις «αποδολαριοποίησης» που παρατηρούνται στον ευρύτερο χώρο των Brics.
Η δεύτερη «είδηση» που διεκδικεί χώρο στα ΜΜΕ τα τελευταία 24ωρα είναι ότι ο εκλεκτός του Τραμπ για την ηγεσία της Fed, o κ. Kevin Warsh έχει θέσει θέμα επανεξέτασης και αναδιατύπωσης της συμφωνίας του 1951 μεταξύ της Fed και του Υπουργείου Οικονομικών της κυβέρνησης. Και αυτό συμβαίνει πριν επιβεβαιωθεί η ανάληψη της θέσης του προέδρου της Fed, της Κεντρικής Τράπεζας δηλαδή που εποπτεύει και κοντρολάρει το κόστος του asset από το οποίο το Πεκίνο θέλει να απομακρύνει τις τράπεζες της Κίνας.
Μία διευκρίνιση απαιτείται εδώ.
Τι είναι η συμφωνία του 1951; Πρόκειται για την Συμφωνία με την οποία για πρώτη φορά στην κλίμακα αυτή θεμελιώνεται η «αρχή της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας» από την εκάστοτε κυβέρνηση. Στόχος της συμφωνίας τότε ήταν να θεμελιωθεί ο όρος που θα αποτελεί «εγγύηση» απέναντι στον πληθωρισμό μέσω της νομισματικής πολιτικής ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης. Να θυμίσουμε επίσης ότι ο όρος αυτός έρχεται το 1951 να λειτουργήσει «συμπληρωματικά» στην καθοριστικής σημασίας για την ανοικοδόμηση του συστήματος μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, την Συμφωνία του Μπρέτον Γούντς. Η Συμφωνία αυτή προέβλεπε αφ’ ενός την σταθερή σχέση δολαρίου χρυσού (35 δολάρια η ουγγιά) και αφετέρου περιλάμβανε την δημιουργία οργανισμών εποπτείας και στήριξης των θεσμών αυτών μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Με άλλα λόγια η συμφωνία Fed – ΥΠΟΙΚ για την ανεξαρτησία της είναι μία πράξη θεμελίωσης της μεταπολεμικής νομισματικής σταθερότητας πάνω στην οποία ακολούθησε η παγκόσμια ανοικοδόμηση.
Ο καιρός περνάει όμως και μαζί του αναβιώνουν όλα τα προβλήματα που οι συμφωνίες μπορούν προς το παρόν να κρύψουν, αλλά δεν μπορούν να λύσουν σε μόνιμη βάση. Έτσι το 1971 η σταθερή σχέση χρυσού δολαρίου καταργήθηκε μονομερώς από τις ΗΠΑ, ακολούθησε η ταραχώδης δεκαετία του ’70 του πληθωρισμού και των πολέμων και το 1981 ο Πωλ Βόλκερ εφαρμόζοντας την συμφωνία του 1951 από την Fed έκανε το μεγάλο άλμα προς τα μπρος.
Αύξησε κατακόρυφα τα επιτόκια (18%) ανέκοψε τον πληθωρισμό με κόστος την ύφεση αλλά παράλληλα δημιούργησε την θάλασσα της δολαριακής ρευστότητας στην οποία κολυμπάμε από τότε με τρικυμίες, παλίρροιες – αμπώτιδες, κρίσεις κ.λ.π., αυτή του αμερικανικού κρατικού χρέους των αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Του πλέον ελκυστικού, ρευστού και εγγυημένου χρηματοοικονομικού επενδυτικού asset που κυκλοφόρησε ποτέ στο καπιταλιστικό σύστημα…
Ακολούθησαν πολλές αναταράξεις για να ισορροπήσουν κάπως με την Συμφωνία του Plaza το 1985. Αλλά και πάλι οι συμφωνίες μπορούν να αναβάλουν την εκδήλωση των αντιφάσεων, να αναβάλουν προβλήματα, αλλά όχι να τα εξαφανίσουν. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και με γεωπολιτικό κίνητρο την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1989 επιταχύνθηκε η δημιουργία του ευρώ.
Κάπως έτσι βρεθήκαμε στην κρίση χρέους του 2008 και στα όσα έχουν ακολουθήσει με τα αδιέξοδα του 2025 να φανερώνουν μπροστά μας έναν διαφορετικό κόσμο, ένα κόσμο σαν αυτόν που έχει εμφανιστεί μέσα στις πρώτες έξι εβδομάδες του 2026!
Γιατί λοιπόν η «επιθυμία» του κ. Kevin Warsh μπορεί να σχετίζεται με την ανησυχία του Πεκίνου για τα αμερικανικά ομόλογα;
Είναι φανερό από όλα τα προηγούμενα, ότι η σιωπηρή και σε συμφωνία Κυβέρνησης – Fed «ρυθμισμένη» παρέκκλιση ιδιαίτερα μετά το 2008, από την συμφωνία του 1951, τίθεται πλέον εν αμφιβόλω με την πρωτοβουλία του νέου υποψήφιου προέδρου της Fed.
Και το ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση; Γιατί η απάντηση που θα δοθεί στην πρωτοβουλία αυτή θα αποτελεί ανάλογης ή και μεγαλύτερης σημασίας «πράξη» με εκείνη του 1971 ή και του 1981, με ανεξέλεγκτες συνέπειες για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και για τα εξαρτώμενα από το δολάριο νομίσματα με πρώτο και καλύτερο το ευρώ. Είναι κοινό μυστικό ότι η σχέση δολαρίου – ευρώ δεν είναι μία εξωτερική συσχέτιση νομισμάτων, αλλά εσωτερική και ασφαλώς εξαρτώμενη από το δολάριο και όχι από το ευρώ.
Φάνηκε αυτό άλλωστε μέσα από τις πρόσφατες δασμολογικές αναταράξεις και τις κάτω από το χαλί συνεργασίες της Fed με την ΕΚΤ ειδικά την κρίσιμη περίοδο 2008 – 2012, αλλά και πρόσφατα μετά την πληθωριστική παλίρροια…
Απέναντι σ’ αυτά τα νέα κύματα αναταραχής φαίνεται ότι το Πεκίνο βιάζεται να μειώσει τις εσωτερικές «επισφάλειες» των κινεζικών τραπεζών και επιχειρεί να σηκώσει νομισματικά «αναχώματα» με την προσεκτική περαιτέρω απομάκρυνση από τα δολαριακά assets.
Το ερώτημα είναι η ΕΚΤ τι έχει σκοπό να κάνει; Ή μήπως πρέπει να αναρωτηθούμε αν μπορεί να κάνει κάτι;
Σύμφωνα πάντως με τα όσα καταγράφονται στα διεθνή οικονομικά ΜΜΕ, χώρες της ΕΕ που έχουν απορρίψει το ενδεχόμενο της εκ των υστέρων συμμετοχής στην ΟΝΕ και το ευρώ (π.χ. Πολωνία κ.λ.π.) εμφανίζονται ψηλά στις λίστες των αγοραστών φυσικού χρυσού.
Το ίδιο και η γειτονική – οικονομικά προβληματική – Τουρκία όπως και η πλειονότητα των χωρών που συμμετέχουν στα BRICS….