Η ευχή που ακούστηκε αυτές τις μέρες, «να έχουμε μία καλή χρονιά», στο μυαλό όλων μας συνοδευόταν ασφαλώς από τις ανήσυχες «μνήμες» του 2025. Γι’ αυτό και σαν «ευχή» ξεπερνούσε τα όρια της επιθυμίας. Έμοιαζε περισσότερο με πραγματική… ανάγκη.

Καλή χρονιά λοιπόν να έχουμε το 2026.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο κάποιες προβλέψεις είναι μάλλον εύκολο να γίνουν, τουλάχιστον στον διεθνή οικονομικό ορίζοντα που… αγναντεύουμε στο 2026. Μία εξ αυτών, ίσως από τις πλέον σημαντικές, είναι η πρόβλεψη για το πως θα κινηθεί το νομισματικό εκείνο εργαλείο που καθορίζει σαν ελάχιστον κοινός παρονομαστής τις εξελίξεις στην οικονομία. Αναφερόμαστε βέβαια για το δολάριο του οποίου οι τύχες ορίζουν με καθοριστικό τρόπο τις τάσεις διακύμανσης όλων των νομισμάτων, μαζί και του Ευρώ.

Η πρόβλεψη λοιπόν για το δολάριο είναι ότι μετά την κατά 20% υποτίμησή του το 2025, θα συνεχίσει την διολίσθησή του η οποία σε πραγματικούς όρους θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, αφού σ’ αυτή θα πρέπει να «προσθέσει» κανείς το αποτέλεσμα της πολιτικής αυξημένων δασμών που συνεχίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να προωθούν οι ΗΠΑ.

Η πρόβλεψη αυτή προκύπτει, όπως είναι γνωστό από το γεγονός ότι μέσα στην Άνοιξη, αλλάζει η ηγεσία της Fed και η νέα ηγετική ομάδα στην Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ θα είναι πιο «φιλική» στην πολιτική απαίτηση του Τράμπ για ακόμα μεγαλύτερη μείωση των επιτοκίων, πέραν των όσων, έτσι κι αλλιώς (2 ή 3 φορές μέσα στο Α εξάμηνο) προβλέπεται. Μια τέτοια «κίνηση» συνδέεται προφανώς με ακόμα μεγαλύτερη διολίσθηση του δολαρίου. Δηλαδή ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα για την ασθμαίνουσα και οικονομία της Ευρώπης η οποία συνεχίζει να κινείται πολύ κοντά στα όρια της στασιμότητας, τουλάχιστον στις τρείς μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης που καθορίζουν και την πορεία της.

Στο ερώτημα τι μπορεί να κάνει η κατακερματισμένη και με μεγάλες ανισορροπίες οικονομία της Ευρωζώνης, αυτόματα τα βλέμματα στρέφονται στην ΕΚΤ. Στην νομισματική πολιτική της οποίας διασταυρώνονται εκ των πραγμάτων, η συνδυασμένη και ταυτόχρονα ανισόμερη «ανάπτυξη» των οικονομιών των χωρών μελών της Ε.Ε.

Το κόστος του χρήματος, δηλαδή του ύψους των επιτοκίων βραχυπρόθεσμου δανεισμού, μπαίνει και πάλι το 2026 στο τραπέζι της ΕΚΤ, ανεξάρτητα από το τι λένε και πέρα από κάθε επιθυμία των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής στην Φρανκφούρτη.

Μια ισοτιμία Ευρώ – Δολαρίου που θέλει το δολάριο να διολισθαίνει ακόμα περισσότερο από το 20%, που ήδη έχει βυθιστεί το 2025, δεν αφήνει περιθώρια στην ΕΚΤ να στέκεται αδιάφορη απέναντι στις ευρωοικονομίες που «σκάνε» πάνω στον διπλό τοίχο του φθηνού δολαρίου και των αμερικανικών δασμών. Πολύ περισσότερο μάλιστα που οι οικονομίες της Ευρωζώνης βρίσκονται πλέον σε σχεδόν απόλυτη εξάρτηση τόσο ενεργειακή (LNG), όσο και τεχνολογική (ΑΙ), από τις αμερικανικές εταιρείες – κολοσσούς, στους δύο βασικότερους για την ευρωπαϊκή παραγωγή οικονομικούς τομείς.

Με αυτά τα «δεδομένα» – μιας και στο Συμβούλιο της ΕΚΤ οι αποφάσεις πλέον λαμβάνονται με βάση τα «δεδομένα» και όχι τις εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας – αυτό που θα μπορούσε μάλλον εύκολα να προβλέψει κανείς είναι ότι το αργότερο μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026 το κόστος του χρήματος θα πρέπει να αρχίσει να γίνεται «προσεκτικά» φθηνότερο…

Και όταν λέμε προσεκτικά «φθηνότερο» εννοούμε το «πραγματικό» επιτόκιο χορηγήσεων της ΕΚΤ, δηλαδή το επιτόκιο από το οποίο έχει αφαιρεθεί ο πληθωρισμός.

Η «κίνηση» αυτή είναι πολύ νωρίς να προβλέψει κανείς αν θα συνοδεύεται από την ανακοπή ή αναστολή της μείωσης του ισολογισμού της ΕΚΤ, δηλαδή αν θα σταματήσει το QT (νομισματική σύσφιξη), όπως έχει ήδη αρχίσει να κάνει η Fed στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αλλά σε κάθε περίπτωση θα δείξουν τα… «δεδομένα» τι θα ακολουθήσει, κάπου εκεί στα μέσα του 2026.

Το προφανές να ακολουθήσει ή μάλλον να «τρέξει» μέσα στο 2026, είναι ότι τα χρηματιστήρια σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα συνεχίσουν να «χαίρονται» και να τροφοδοτούν αυτό που ορισμένοι ονομάζουν «φούσκα» και άλλοι φυσιολογική επέκταση τιμών.

Μέχρι πότε; Η απάντηση σ’ αυτό δεν είναι εύκολη ούτε προφανής.

Στην Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών – στο τελευταίο Δελτίο της το 2025 – υπάρχει μία ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Οι αναλυτές της BIS παρατηρούν ότι τόσο η χρηματιστηριακή «φούσκα», όσο και η ραγδαία αύξηση των τιμών του χρυσού, συνδέεται πλέον και με την ενεργό μαζική συμμετοχή των μικροεπενδυτών. Σύμφωνα με την BIS oι θεσμικοί επενδυτές, αντίθετα από την μάζα των «μικροεπενδυτών», μειώνουν την έκθεσή τους στις αγορές μετοχών και διατηρούν ή αυξάνουν την έκθεσή τους στον χρυσό.

Η «αγελαία» επενδυτική συμπεριφορά των μκρο-επενδυτών βέβαια, όπως κινείται ανεξέλεγκτη προς τα πάνω, μπορεί πολύ απότομα να «συντονισθεί» σε μία βίαιη έξοδο. Κάπως έτσι έγινε άλλωστε και με την κρίση Dot com στις αρχές της χιλιετίας. Εντελώς απρόσμενα, αλλά όχι για τους θεσμικούς επενδυτές…

Θα προλάβει το 2026 ανάλογες εξελίξεις; Αυτή δεν είναι μία εύκολη πρόβλεψη.