Το πετρέλαιο ανεβοκατεβαίνει, αλλά τελικά, παρά τις εξαγγελίες για «παύση εχθροπραξιών» στον Κόλπο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια. Η στάση των αγορών δείχνει ότι δεν εμπιστεύονται ότι λέγεται για τις προοπτικές ειρήνευσης στα Στενά του Ορμούζ. Προς το παρόν τουλάχιστον η «εκτίμηση» που αποτυπώνεται στις τιμές του πετρελαίου είναι πως δεν πρόκειται για παροδική αναταραχή, αλλά για μία σαφή ψήφο δυσπιστίας απέναντι στη «συνοχή» της αμερικανικής στρατηγικής στον Περσικό Κόλπο.
Γιατί; Γιατί κάθε φορά που ο Λευκός Οίκος αλλάζει γραμμή – και αλλάζει πολύ συχνά – μια με συνοδεία πλοίων για έξοδο από τον Κόλπο, μία ακύρωση της συνοδείας, διαρροές για συμφωνία, αναίρεση προόδου συμφωνίας, εξαγγελία παύσης εχθροπραξιών, νέα επεισόδια συγκρούσεων με το Ιράν και πάει λέγοντας, η αβεβαιότητα διευρύνεται, και το αργό… ανεβαίνει.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δεν δείχνει να βιάζεται. Έχει επιδείξει πρωτοφανή αντοχή στον οικονομικό «πόνο» και ικανότητα που ενισχύει την άποψη ότι δεν έχει κανέναν λόγο να υποχωρήσει προτού «πονέσουν» οι υπόλοιποι περισσότερο. Με στόχο προφανώς σε μία συμφωνία με αποδεκτούς γι’ αυτή όρους.
Όλα αυτά όμως μας λένε ένα πράγμα, ότι το «ενεργειακό σοκ» δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί σε όλο του εύρος…
Η Παγκόσμια Τράπεζα το έχει ήδη μέχρι στιγμής αποτιμήσει αριθμητικά. Προβλέπει αύξηση ενεργειακών τιμών κατά 24% και κόστους λιπασμάτων κατά 31% για το 2026. Αυτές οι προβλέψεις έχουν επιπτώσεις όσον αφορά τον πληθωρισμό, με τα μέχρι στιγμής… «δεδομένα».
Αυξάνουν τις πληθωριστικές πιέσεις σε ολόκληρη τη διατροφική και βιομηχανική αλυσίδα.
Σε αυτό το περιβάλλον ετοιμάζεται -η ήδη αναβληθείσα μία φορά- επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο στις 14-15 Μαΐου. Και κανείς δεν μπορεί να αποσυνδέσει τα όσα γίνονται στον πόλεμο του Κόλπου με την επίσκεψη αυτή που προφανώς ξεπερνά τα όρια μιας διπλωματικής συνάντησης κορυφής.
Λίγο πολύ όλες οι πλευρές και η διεθνής διπλωματία παραδέχονται πως η συνάντηση αυτή είναι η μοναδική «μεταβλητή» που υπό τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε, στο άμεσο μέλλον, να επηρεάσει και τις εξελίξεις στις αγορές ενέργειας.
Το Πεκίνο που είναι μακράν ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, αλλά και ο ισχυρότερος οικονομικός πόλος μαζί με τις ΗΠΑ, έχει ήδη «κινηθεί», όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του κινέζου ΥΠΕΞ κ. Γουάνγκ Γι, ο οποίος «ζήτησε» ρητά από τον ιρανό ΥΠΕΞ κ. Αραγκτσί την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά… Το επίσημο κινεζικό πρακτορείο Global Times, στα πρόσφατα δημοσιεύματά του είναι σαφές στη «γραμμή» του. Οπως υποστηρίζεται στα άρθρα που δημοσιεύει η «χρήση βίας» δεν μπορεί να ξανανοίξει τα θαλάσσια δρομολόγια και η «πολιτική διευθέτηση» είναι ο μόνος δρόμος.
Βέβαια οι αγορές δεν έχουν λόγο να τρέφουν αυταπάτες για το πόσο το πρόβλημα μπορεί ή όχι να «λυθεί» στο Πεκίνο.
Αναλυτές του Brookings Institution εκτιμούν ότι οι πιθανότητες ουσιαστικής προόδου παραμένουν «εξαιρετικά χαμηλές», με τις δύο πλευρές να επικεντρώνονται περισσότερο στην «αποτροπή επιδείνωσης» παρά στην επίτευξη «λύσης».
Σ’ αυτό το περιβάλλον οι αγορές φαίνεται να εκτιμούν πως ακόμα και μια «κακή» συμφωνία για τις ΗΠΑ θα ήταν μία «ευνοϊκή προοπτική», εφόσον μειώνει την πίεση στις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών.
Γιατί όλοι πλέον γνωρίζουν ότι το ζητούμενο δεν είναι η «αποπυρηνικοποίηση» στο Ιράν, αυτό δεν είναι παρά το πρόσχημα (σαν θέμα έχει λήξει από το 2014 – 15), αλλά η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Η απάντηση κατά συνέπεια «τι θα γίνει τελικά;» είναι μάλλον προφανής.
Εφόσον το Ορμούζ παραμένει κλειστό ή μισάνοιχτο, τόσο οι τιμές του αργού θα παραμένουν ψηλά όσο και ο πληθωρισμός.
Κανένα ανακοινωθέν από το Πεκίνο, ή την Ουάσιγκτον, δεν θα αλλάξει αυτή την εξίσωση, αν δεν συνοδεύεται από επανεργοποίηση της φυσικής ροής πρώτων υλών μέσα στον πιο στρατηγικό πορθμό του πλανήτη, τα Στενά του Ορμούζ.
Η κρίση έχει ήδη «κοστίζει ακριβά».
Ό,τι δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα σε όλο το εύρος της είναι η άγνωστη και ίσως η χειρότερη πλευρά της…
