Όπως φαίνεται τόσο από τις δηλώσεις αρμοδίων παραγόντων της Κυβέρνησης αλλά και πολλών δημοσιευμάτων τον τελευταίο καιρό – που δεν διαψεύδονται – το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης επιλέγει να επιταχύνει σημαντικά την διαδικασία προεξόφλησης του μνημονιακού χρέους.

Πέραν της ολοκλήρωσης της προεξόφλησης του δανείου από το ΔΝΤ και την επίσπευση της προεξόφλησης (7 δις ευρώ πριν το καλοκαίρι) του διακρατικού δανείου (GLF) των 52 δις ευρώ, το ΥΠΟΙΚ ετοιμάζεται μέσα στο 2026 να προχωρήσει σε προεξόφληση δόσεων του δανείου του EFSF με 3 περίπου δίς ευρω. Αυτό αποτελεί μία αξιοσημείωτη έκπληξη για την μέχρι σήμερα τακτική διαχείρισης του χρέους.

Η δυνατότητα υλοποίησης αυτής της τακτικής πηγάζει αφ’ ενός από την ύπαρξη του μνημονιακού «μαξιλαριού» των διαθεσίμων που κινούνται σχεδόν σταθερά μεταξύ 30 και 40 δις ευρώ και αφ’ εταίρου στην «ικανότητα» του Προϋπολογισμού να καλύπτει ότι ξοδεύεται κάθε χρόνο για τις προεξοφλήσεις, με υπερπλεονάσματα των έμμεσων κυρίως φόρων.

Θα ήταν κρίσιμη παράλειψη εδώ αν παραβλέπαμε ως καθοριστικής σημασίας παράγοντα, το γεγονός ότι όλα αυτά γίνονται στο πλαίσιο μίας υπεραπόδοσης – πρωτοφανή σε ευρωπαϊκό επίπεδο – που έχει πετύχει στην ενεργό διαχείριση του χρέους ο ΟΔΔΗΧ, που όχι μόνο δεν κοστίζει στο χρέος, αλλά του υπεραποδίδει σημαντικά έσοδα κάθε χρόνο ! Με απλά λόγια έχει κάνει το χρέος επενδυτικό asset υψηλών αποδόσεων σε σταθερή βάση επιτυγχάνοντας τιμές ακόμα και πέραν των ορίων της αγοράς…

O δηλωμένος στόχος του ΥΠΟΙΚ/ΟΔΔΗΧ αυτής της γραμμής που ακολουθείται μέχρι σήμερα, της προεξόφλησης δηλαδή του χρέους, είναι το να βγεί η Ελλάδα από τον στόχαστρο των αγορών ως ευάλωτος στόχος, όντας η εδώ και χρόνια η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ε.Ε.

Με τα όσα έχουν επιτευχθεί και δρομολογηθεί για το 2026 – 27, από φέτος δηλαδή, στο τέλος του χρόνου το ελληνικό δημόσιο χρέος θα πάψει να είναι πρώτο στην λίστα των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης και η Ιταλία θα ξεπεράσει την Ελλάδα ως ποσοστό χρέους ως προς το ΑΕΠ κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Αυτό σαν αποτέλεσμα μόλις 8 χρόνια μετά την τελευταία αναδιάρθωση του χρέους τον Ιούνιο του 2018, δεν το λες και λίγο…

Πολύ δε περισσότερο όταν στα χρόνια αυτά έχουν μεσολαβήσει μία πανδημία, ένα σοκ πληθωρισμού και δύο πόλεμοι, που έχουν αλλάξει το πρόσωπο του κόσμου.

Τι θέλει πάλι το ΔΝΤ;

Ξαφνικά όμως και ενώ αυτά συμβαίνουν έρχεται ο αρμόδιος για την Ευρώπη διευθυντής του ΔΝΤ ο κ. Κάμερ να προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη εν μέσω ενεργειακής κρίσης βρίσκεται στο στόχαστρο των αγορών, καθώς το κόστος δανεισμού για ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης έχει αγγίξει πολυετή υψηλά λόγω του ότι οι αγορές αρχίζουν και ανατιμολογούν τους κινδύνους που εμφανίζονται στον ορίζοντα από τον αντίκτυπο του ενεργειακού σοκ στα δημόσια οικονομικά.

Πράγματι ακόμα και η Γερμανία στην δεκαετία πλέον πρέπει να πληρώσει πάνω από 3% !

Λέει λοιπόν ο κ. Κάμερ ότι : «Υπάρχουν ορισμένες χώρες που δεν διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο και δεν μπορούν να αντέξουν στην πραγματικότητα κανένα μέτρο, εάν δεν το αντισταθμίσουν με αντίστοιχες προσαρμογές στον προϋπολογισμό… Βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση όσον αφορά τον δημοσιονομικό χώρο που διαθέτουν. Και πρέπει να είναι «προσεκτικές» ώστε να μην υπάρξει αντίδραση των αγορών…».

Σύμφωνα με το ΔΝΤ η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελλάδα συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον υπερχρεωμένων οικονομιών της Ευρωζώνης, όπως επισημαίνεται στην έκθεση Fiscal Monitor του Ταμείου τον περασμένο μήνα.

Και για να μεταφράσουμε τον κ. Κάμερ – την συμβουλή του οποίου είναι υποχρεωμένοι να ακούσουν οι ΥΠΟΙΚ του Eurogroup σήμερα και αύριο στις Βρυξέλλες – σε συνθήκες ενεργειακού σοκ, ανόδου του κόστους δανεισμού και περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου, η διατήρηση ρευστών αποθεματικών είναι η μόνη πραγματική αμυντική γραμμή…

Ο κ. Κάμερ (ο οποίος αποχωρεί οσονούπω από το ΔΝΤ) επιμένει μάλιστα ότι ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης δείχνουν ότι δεν έχουν βγάλει τα μαθήματα του 2022 και λίγο πολύ συμπεριφέρονται… επιπόλαια.

Κατά πως φαίνεται το ελληνικό ΥΠΟΙΚ αξιολογεί τους κινδύνους που επισημαίνει το ΔΝΤ, αλλά εκτιμά ότι το να φύγει από το κέντρο του κάδρου/κινδύνου και εύκολου στόχου των αγορών και να μετακινηθεί προς τα… πλάγια, αφήνοντας την Ιταλία και το Βέλγιο να τραβήξουν την προσοχή τους, όσο αφορά την ανατιμολόγηση των κινδύνων χρέους, μπορεί να είναι περισσότερο σκόπιμο στην συγκεκριμένη συγκυρία.
Αυτό δεν είναι στην γραμμή του ΔΝΤ και μπορεί να αποδειχθεί ένα πολύ κρίσιμο στοίχημα.

Όμως η εμπειρία της κρίσης του 2008 – 2010 για την Ελλάδα έδειξε ότι στην Ευρωζώνη υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Άλλο να είναι να χρωστάει η Ιταλία ή το Βέλγιο και άλλο να είσαι Ελλάδα και να χρωστάς ή Πορτογαλία…