Η αναβάθμιση των 38 F-16 Block 50 – από τις 341 και 347 Μοίρες «Βέλος» και «Περσέας» αντίστοιχα – επανέρχεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στο προσκήνιο, καθώς αποτελεί ένα από τα βασικά εξοπλιστικά προγράμματα για την Πολεμική Αεροπορία, το οποίο μάλιστα οδηγείται προς έγκριση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής.
Για την Πολεμική Αεροπορία δεν πρόκειται για μια απλή επιλογή ενίσχυσης, αλλά για πρόγραμμα απολύτως κομβικό, το οποίο θα καθορίσει την ομογενοποίηση του στόλου των F-16 και θα διαμορφώσει τον βασικό κορμό της ελληνικής αεροπορικής ισχύος για τα επόμενα χρόνια.
Το συνολικό ύψος του προγράμματος υπολογίζεται, σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert, στο 1,05 δισ. ευρώ, ενώ στόχος είναι η επίσπευση της διαδικασίας ώστε τα Block 50 να ακολουθήσουν τη γραμμή των Viper και η Πολεμική Αεροπορία έως τα τέλη της δεκαετίας να διαθέτει στη φαρέτρα της 120 «οχιές».
Ήδη τότε θα έχει παραλάβει τα πρώτα F-35 και θα αποτελεί τη μοναδική αεροπορία παγκοσμίως που θα διαθέτει τον πανίσχυρο συνδυασμό F-16 Viper-Rafale και F-35 δηλαδή μαχητικά 4,5 και 5ης γενιάς.
Παρά τις φήμες που διακινήθηκαν το τελευταίο διάστημα περί ματαίωσης ή μετατόπισης του ενδιαφέροντος προς την απόκτηση πρόσθετων F-35, στο Αεροπορικό Επιτελείο η θέση δεν άλλαξε.
Η αναβάθμιση των Block 50 αντιμετωπίζεται ως «must» πρόγραμμα και ως απολύτως αναγκαία συνέχεια του ήδη εξελισσόμενου προγράμματος εκσυγχρονισμού των 82 F-16 Block 52+ και Block 52+ Advanced.
Η λογική είναι ξεκάθαρη καθώς τα F-35 αποτελούν στρατηγική επιλογή άλλης κατηγορίας, όμως δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τον αριθμητικό και επιχειρησιακό όγκο που χρειάζεται η Πολεμική Αεροπορία για αποστολές αναχαίτισης, αεροπορικής υπεροχής, κρούσης και διαρκούς επιφυλακής.
Ο μαζικός πολλαπλασιαστής ισχύος παραμένει το F-16 και ακριβώς γι’ αυτό τα Block 50 δεν μπορούν να μείνουν πίσω.
Το πρόγραμμα που δεν ακυρώθηκε παρά τις πιέσεις
Η συζήτηση για τα 38 Block 50 πέρασε από πολλές φάσεις. Υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες το πρόγραμμα έδειχνε να καθυστερεί, ενώ δεν έλειψαν οι εισηγήσεις και οι εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε να αναβληθεί λόγω κόστους ή λόγω της ανάγκης να χρηματοδοτηθούν παράλληλα άλλα μείζονα προγράμματα. Ωστόσο, η Πολεμική Αεροπορία δεν εγκατέλειψε ποτέ τον βασικό της σχεδιασμό.
Αντίθετα, επέμεινε ότι τα Block 50 αποτελούν κρίσιμο κρίκο της συνολικής μαχητικής ισχύος. Δεν πρόκειται για αεροσκάφη δεύτερης γραμμής, αλλά για μαχητικά που έχουν σηκώσει διαχρονικά σημαντικό βάρος σε αποστολές επιφυλακής, αναχαίτισης και επιχειρησιακής δράσης.
Εάν αυτά τα αεροσκάφη έμεναν σε χαμηλότερο τεχνολογικό επίπεδο από τα υπόλοιπα F-16, τότε η Πολεμική Αεροπορία θα ήταν υποχρεωμένη να διαχειρίζεται στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον αεροσκάφη με διαφορετικές δυνατότητες αισθητήρων, επεξεργασίας δεδομένων και δικτυοκεντρικής συνεργασίας. Και αυτό ακριβώς ήθελε να αποφύγει το Αεροπορικό Επιτελείο.
Για τον λόγο αυτό η θέση του παρέμεινε αμετακίνητη ότι το πρόγραμμα πρέπει να προχωρήσει, ανεξαρτήτως των πιέσεων ή των εναλλακτικών σεναρίων που διακινήθηκαν κατά καιρούς.
Στα 1,05 δισ. ευρώ μετά από σκληρή διαπραγμάτευση
Το ύψος του προγράμματος αποτελεί από μόνο του μια ξεχωριστή παράμετρο, καθώς η διαπραγμάτευση με την αμερικανική πλευρά ήταν ιδιαίτερα σκληρή.
Η Πολεμική Αεροπορία επέμενε ότι το οικονομικό αποτύπωμα έπρεπε να συγκρατηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και να μην ξεφύγει σε επίπεδα που θα έθεταν σε κίνδυνο είτε την έγκρισή του είτε την ισορροπία με τα υπόλοιπα μεγάλα προγράμματα που τρέχουν ή σχεδιάζονται.
Η αρχική προσφορά των Αμερικανών άγγιξε το 1,8 δις ευρώ. Κόστος απαγορευτικό για τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας αλλά και αντικειμενικά πολύ υψηλό για τον εκσυγχρονισμό 38 μαχητικών σε διαμόρφωση Viper.
Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν να διαμορφωθεί το συνολικό κόστος στα 1,05 δισ. ευρώ, ποσό που θεωρείται ότι προσεγγίζει το όριο το οποίο είχε θέσει ως βασική γραμμή το Αεροπορικό Επιτελείο. Στο παρασκήνιο των επαφών και των διαπραγματεύσεων, καθοριστικός εμφανίζεται ο ρόλος του Αρχηγού ΓΕΑ, Αντιπτεράρχου Γρηγοριάδη, ο οποίος πίεσε ώστε να υπάρξει μια συμφωνία οικονομικά ελεγχόμενη, χωρίς όμως να θυσιαστεί η ουσία της αναβάθμισης.
Η επιμονή αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Πολεμική Αεροπορία δεν επιδίωκε έναν περιορισμένο εκσυγχρονισμό, αλλά μια λύση που θα εντάσσει πραγματικά τα Block 50 στην οικογένεια των Viper. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό πακέτο έπρεπε να έχει ουσιαστικό επιχειρησιακό αντίκρισμα και όχι απλώς να εξυπηρετεί μια λογιστική εξίσωση.
Η ανάγκη συνέχειας του προγράμματος
Στην Πολεμική Αεροπορία αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η στρατιωτική ηγεσία δεν αντιμετώπισε το πρόγραμμα ως μια γενική κατεύθυνση, αλλά ως συγκεκριμένη αποστολή με σαφές διακύβευμα. Η προσπάθεια επικεντρώθηκε στι γεγονός ότι το κόστος πρέπει να παραμείνει ελεγχόμενο, να μη χαθεί η επιχειρησιακή απαίτηση και ταυτόχρονα να διαμορφωθούν όροι που θα επιτρέψουν να συνδεθεί το πρόγραμμα πάνω στη γραμμή των ήδη εξελισσόμενων Viper.
Στην αμερικανική πλευρά ξεκαθαρίστηκε τόσο από το ΓΕΑ όσο και από το ΓΕΕΘΑ και τον Αρχηγό Στρατηγό Χούπη ότι η Ελλάδα αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο σύμμαχο στην περιοχή, ενώ και οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε συμφωνίες με τις ΗΠΑ ύψους αρκετών δις για απόκτηση οπλικών συστημάτων ακόμα και σε εποχές κρίσης, όταν ο δημοσιονομικός χώρος ήταν από εξαιρετικά περιορισμένος έως ανύπαρκτος για εξοπλισμούς.
Η μάχη δεν δόθηκε απλώς για να εγκριθεί ένα ακόμη πρόγραμμα. Η μάχη ήταν να εγκριθεί το σωστό πρόγραμμα, στη σωστή στιγμή, με όρους που να εξυπηρετούν τον ευρύτερο σχεδιασμό. Και αυτός ο σχεδιασμός δεν είναι άλλος από την πλήρη ομογενοποίηση του στόλου των F-16, έτσι ώστε οι Μοίρες να διαθέτουν κοινές δυνατότητες, κοινό επίπεδο ηλεκτρονικών συστημάτων και κοινή αντίληψη επιχειρησιακής αξιοποίησης.
Η σημασία αυτής της παραμέτρου γίνεται ακόμα μεγαλύτερη εάν ληφθεί υπόψη ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται τώρα θα καθορίσουν τη μορφή της Πολεμικής Αεροπορίας έως και τη δεκαετία του 2040.
Γιατί τα Block 50 είναι απολύτως απαραίτητα
Τα 38 F-16 Block 50 από τις 341 και 347 Μοίρες αποτελούν ένα ιδιαίτερα υπολογίσιμο κομμάτι της μαχητικής δύναμης της Πολεμικής Αεροπορίας. Σε ένα περιβάλλον έντασης, κάθε διαθέσιμο και αξιόμαχο αεροσκάφος μετρά. Όμως δεν μετρά μόνο ο αριθμός. Μετρά και το επίπεδο δυνατοτήτων του.
Την ώρα που ο κορμός των F-16 περνά στη νέα εποχή των Viper, αν έμεναν πίσω τα Block 50, θα δημιουργούσαν μια εσωτερική ασυμμετρία. Άλλα αεροσκάφη θα είχαν πιο προηγμένα ραντάρ, ανώτερη δικτύωση, καλύτερη σύντηξη δεδομένων και μεγαλύτερη δυνατότητα συνεργασίας με άλλες πλατφόρμες και άλλα όχι.
Σε επίπεδο σχεδίασης επιχειρήσεων αυτό σημαίνει περιορισμούς και αδυναμία της Πολεμικής Αεροπορίας να αξιοποιεί με την ίδια ευελιξία το σύνολο των Μοιρών της. Σημαίνει επίσης ότι θα διατηρείται μια κατάσταση πολλών ταχυτήτων, με αυξημένο βάρος σε τεχνική υποστήριξη, εκπαίδευση και λογιστική μέριμνα.
Επιπλέον, η διαφοροποίηση στην εκπαίδευση θα δημιουργούσε ιπτάμενους πολλών ταχυτήτων στα F-16, με ότι αυτό συνεπάγεται σε κέρδος χρόνου και οικονομικό κόστος.
Η αναβάθμιση των Block 50 έρχεται να κλείσει ακριβώς αυτή την απόσταση. Να δώσει στην Πολεμική Αεροπορία τη δυνατότητα να χειρίζεται πολύ μεγαλύτερο αριθμό αεροσκαφών με κοινό τεχνολογικό και επιχειρησιακό υπόβαθρο.
Ο στόχος των 120 Viper
Το μεγάλο επιχειρησιακό ζητούμενο περιγράφεται με έναν αριθμό που δεν είναι άλλος από τα 120 Viper. Αυτός είναι ο τελικός στόχος της Πολεμικής Αεροπορίας όσον αφορά τον κορμό των F-16. Μετά την αναβάθμιση των 82 Block 52+/52+ Advanced, τα 38 Block 50 έρχονται να συμπληρώσουν την εικόνα και να διαμορφώσουν μια αεροπορική δύναμη με ενιαία φιλοσοφία.
Η ομογενοποίηση αυτή έχει άμεσο επιχειρησιακό όφελος. Οι χειριστές εκπαιδεύονται σε κοινά πρότυπα. Οι τεχνικοί υποστηρίζουν παρόμοιες διαμορφώσεις. Οι Μοίρες μπορούν να ανταλλάσσουν εμπειρία, διαδικασίες και αποστολικά πρότυπα πιο εύκολα. Τα αποθέματα ανταλλακτικών και υλικών διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα. Η ένταξη νέων όπλων και πιστοποιήσεων γίνεται με πιο ορθολογικό τρόπο.
Πάνω απ’ όλα όμως, ένας ενιαίος στόλος 121 Viper σημαίνει ότι η Πολεμική Αεροπορία αποκτά πραγματικό βάθος. Δεν θα διαθέτει απλώς λίγα αεροσκάφη κορυφαίων δυνατοτήτων, αλλά έναν μεγάλο αριθμό μαχητικών που θα μπορούν να λειτουργούν σε κοινή αεροπορική εικόνα, με κοινές δικτυοκεντρικές δυνατότητες και υψηλό βαθμό διαλειτουργικότητας.
Τι θα φέρει η διαμόρφωση Viper στα Block 50
Η μετάβαση των Block 50 στη διαμόρφωση Viper συνιστά αλλαγή επιπέδου και όχι μια τυπική βελτίωση. Το επίκεντρο βρίσκεται στο ραντάρ AESA AN/APG-83, το οποίο αποτελεί κρίσιμο πολλαπλασιαστή ισχύος για το αεροσκάφος. Το AESA δίνει καλύτερη επίγνωση κατάστασης, μεγαλύτερη ικανότητα αποκάλυψης και παρακολούθησης πολλαπλών στόχων, ισχυρότερη αντοχή σε παρεμβολές και σαφώς πιο αποτελεσματική λειτουργία σε ένα απαιτητικό ηλεκτρονικό περιβάλλον. Σε ένα θέατρο όπως το Αιγαίο, το πλεονέκτημα αυτό είναι καθοριστικό.
Παράλληλα, η αναβάθμιση αφορά τον νέο υπολογιστή αποστολής, τη συνολική ψηφιακή αρχιτεκτονική avionics, τη βελτιωμένη απεικόνιση πληροφοριών στο cockpit, αλλά και την ένταξη σε μια πολύ πιο ώριμη δικτυοκεντρική φιλοσοφία μάχης.
Μέσω Link-16, τα αεροσκάφη μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, να συμμετέχουν σε κοινή τακτική εικόνα και να συνεργάζονται αποδοτικότερα με άλλα μαχητικά, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, επίγεια ραντάρ και ναυτικές μονάδες.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το Viper δεν είναι απλώς ένα καλύτερο F-16. Είναι ένα αεροσκάφος που μπορεί να λειτουργεί ως κόμβος μέσα σε ένα πλέγμα αισθητήρων και οπλικών συστημάτων. Και ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο για την Πολεμική Αεροπορία της επόμενης ημέρας.
Η πώληση των παλαιότερων ραντάρ και το οικονομικό ισοζύγιο
Ένα από τα σημεία που δίνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πρόγραμμα είναι η πρόβλεψη που αφορά τα ραντάρ και υλικά τα οποία θα αποδεσμευτούν από την αναβάθμιση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η αμερικανική πλευρά προβλέπεται να αγοράσει τα ραντάρ που θα αφαιρεθούν από τα F-16 Block 52 και τα F-16 Block 50 μετά την αναβάθμισή τους.
Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς συνδέεται με τη γενικότερη προσπάθεια να συμπιεστεί το τελικό οικονομικό αποτύπωμα του προγράμματος. Δεν αναιρεί τη δαπάνη των 1,05 δισ. ευρώ, αλλά συνιστά στοιχείο που βελτιώνει τη συνολική εικόνα της συμφωνίας και ενισχύει το επιχείρημα ότι η Πολεμική Αεροπορία πέτυχε μια πιο ισορροπημένη διαπραγματευτική φόρμουλα.
Σε κάθε περίπτωση, το πιο σημαντικό για το Αεροπορικό Επιτελείο δεν είναι μόνο το λογιστικό όφελος, αλλά το ότι η τελική δομή του προγράμματος υπηρετεί τον στρατηγικό στόχο της ομογενοποίησης χωρίς να αποδυναμώνεται η επιχειρησιακή ουσία του εκσυγχρονισμού και με το κόστος να διατηρείται σε αποδεκτό επίπεδο εντός σχεδιασμού.
Η συνέχεια της γραμμής Viper στην ΕΑΒ
Ένα ακόμη στοιχείο που καθιστά το πρόγραμμα must είναι ο ρόλος της ΕΑΒ. Η αναβάθμιση των 82 F-16 σε Viper έχει ήδη δημιουργήσει μια γραμμή εργασίας, μια συσσωρευμένη εμπειρία, εξειδικευμένο προσωπικό και συγκεκριμένη τεχνογνωσία.
Για την Πολεμική Αεροπορία, το ιδανικό σενάριο είναι τα Block 50 να ακολουθήσουν ως φυσική συνέχεια του υφιστάμενου έργου, ώστε να μη χαθεί η δυναμική που έχει αποκτηθεί.
Εάν μεσολαβήσει μεγάλο κενό ανάμεσα στο ένα πρόγραμμα και στο άλλο, τότε το κόστος δεν θα είναι μόνο χρονικό. Θα υπάρχει κίνδυνος απώλειας ρυθμού, μετακίνησης προσωπικού, υποχώρησης της εμπειρίας που αποκτήθηκε και τελικά ακριβότερης επανεκκίνησης.
Η συνέχεια της γραμμής στην ΕΑΒ δεν έχει μόνο βιομηχανική σημασία. Έχει και καθαρά επιχειρησιακή, καθώς συνδέεται με τον ρυθμό παραδόσεων και με τη δυνατότητα της Πολεμικής Αεροπορίας να αρχίσει να παραλαμβάνει εγκαίρως τα αναβαθμισμένα αεροσκάφη.
Η πίεση του χρόνου και η σημασία της Βουλής
Το πέρασμα του προγράμματος από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής έχει βαρύτητα που ξεπερνά την τυπική θεσμική διαδικασία. Για το Αεροπορικό Επιτελείο, η κοινοβουλευτική έγκριση λειτουργεί ως πολιτικό και διαδικαστικό σήμα ότι το πρόγραμμα αποκτά πλέον σαφές πλαίσιο προώθησης.
Αυτό είναι κρίσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία τρέχουν παράλληλα πολλά μεγάλα εξοπλιστικά και κάθε καθυστέρηση μπορεί να έχει αλυσιδωτές συνέπειες.
Ο χρόνος πιέζει γιατί επιχειρησιακά τα Block 50 δεν μπορούν να παραμένουν για πολύ ακόμη εκτός της γραμμής Viper αλλά και γιατί η ΕΑΒ χρειάζεται συνέχεια στο έργο χωρίς μεγάλα κενά. Επιπλέον όσο μετατίθενται τα χρονοδιαγράμματα τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μεταβολών σε τιμές, πακέτα, διαθεσιμότητα υλικών και γενικότερα στους όρους ενός FMS προγράμματος.
Με αυτά τα δεδομένα, το πράσινο φως από τη Βουλή αποκτά χαρακτήρα επιταχυντή. Δεν μεταφράζεται σε άμεση υλοποίηση του προγράμματος αλλά δίνει την απαιτούμενη θεσμική ώθηση για να προχωρήσει το πρόγραμμα χωρίς νέα πισωγυρίσματα.
Τα F-35 δεν ακυρώνουν τα Block 50
Ένα από τα βασικά σημεία στα οποία επέμεινε η Πολεμική Αεροπορία είναι ότι η προοπτική των F-35 δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την ανάγκη για εκσυγχρονισμό των Block 50. Τα F-35 αποτελούν στρατηγική επένδυση επόμενης γενιάς, όμως θα έρθουν σε περιορισμένο αριθμό και με διαφορετική φιλοσοφία αποστολών.
Η Πολεμική Αεροπορία χρειάζεται παράλληλα έναν μεγάλο αριθμό αξιόμαχων μαχητικών 4,5 γενιάς, με σύγχρονα ραντάρ, προηγμένη δικτύωση και δυνατότητα να σηκώσουν το κύριο βάρος της καθημερινής επιχειρησιακής δραστηριότητας.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η αξία των Block 50. Με την αναβάθμιση, θα πάψουν να αποτελούν ξεπερασμένες πλατφόρμες και θα μετατραπούν σε πλήρως ενταγμένο κομμάτι του μαζικού πυλώνα ισχύος της HAF. Τα F-35 θα προσφέρουν επιπλέον δυνατότητες.
Τα Viper όμως θα εξακολουθήσουν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά και τον κύριο όγκο μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας, τα όποια μέσω του Link-16 θα δέχεται δεδομένα από τα stealth μαχητικά και θα αναλαμβάνει αποστολές είτε αναχαίτισης είτε κρούσης.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Πολεμική Αεροπορία
Το πρόγραμμα των Block 50 δεν αφορά μόνο 38 αεροσκάφη, αλλά τη συνολική φυσιογνωμία της Πολεμικής Αεροπορίας. Αφορά το αν η χώρα θα μπορέσει να αποκτήσει έναν στόλο με ενιαία τεχνολογική βάση, ανθεκτικότητα, καλύτερη διαθεσιμότητα και ισχυρότερη δικτυοκεντρική λειτουργία. Αφορά, επίσης, το αν θα διατηρηθεί η δυναμική της ΕΑΒ και αν η ελληνική πλευρά θα εκμεταλλευτεί στο έπακρο το momentum που έχει δημιουργηθεί από το ήδη εξελισσόμενο πρόγραμμα Viper.
Γι’ αυτό και για το Αεροπορικό Επιτελείο ο εκσυγχρονισμός των 38 F-16 Block 50 δεν είναι πρόγραμμα που μπορεί να περιμένει ή να ακυρωθεί αλλά μια κρίσιμη επένδυση αποτροπής, οικονομίας κλίμακας και επιχειρησιακής συνοχής.
Με κόστος 1,05 δισ. ευρώ, με σαφή προτεραιότητα από το Αεροπορικό Επιτελείο και με κεντρικό στόχο τα 120 Viper, η αναβάθμιση των αεροσκαφών από την 341 και 347 Πολεμικές Μοίρες αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς κρίκους στη διαμόρφωση της αεροπορικής ισχύος της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.
Πηγή: OnAlert.gr – Ρεπορτάζ: Κώστας Σαρικάς
