weather-icon °C AΘΗΝΑ

Κουμανταρέας – Ταχτσής: Ζωές σαν μυθιστόρημα με τραγικό επίλογο

Κουμανταρέας – Ταχτσής: Ζωές σαν μυθιστόρημα με τραγικό επίλογο

Οι δύο σημαντικοί συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου είχαν γεννηθεί με 4 χρόνια διαφορά. Ο πρώτος στην Αθήνα (17 Μαΐου 1931), ο δεύτερος στη Θεσσαλονίκη (8 Οκτωβρίου 1927).

Ενώ έχουμε το ημιτελές αυτοβιογραφικό «Το Φοβερό Βήμα» του Κώστα Ταχτσή, ο Μένης Κουμανταρέας δεν πρόλαβε να βάλει σε χαρτί τις εμπειρίες και τις σκέψεις του για ένα ακόμα αυτοβιογραφικό βιβλίο, όπου, όπως αποκαλύπτει ο ποιητής Γιώργος Χρονάς, θα έγραφε για τις νύχτες του στην Αθήνα. 

Αμφότεροι, ωστόσο, είχαν μιλήσει ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία, ενώ φαίνεται να πάλευαν με τους δαίμονές τους και να είχαν μια αδιόρατη διαίσθηση για τον θλιβερό επίλογο του μυθιστορήματος της ζωής τους.

Με την ελπίδα πως ο φάκελος της δολοφονίας του Μένη Κουμανταρέα δεν θα φέρει επάνω του το επίθετο «ανεξιχνίαστη»…

Μένης Κουμανταρέας – Ο τραγικός επίλογος

«Φοβάμαι» είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του στην Έλλη Στάη, μιλώντας για την επίθεση που είχε δεχτεί πριν από καιρό. Οι φόβοι του Μένη Κουμανταρέα επιβεβαιώθηκαν με τον πιο σκληρό τρόπο.

Ξημερώματα Σαββάτου, στις 6 Δεκεμβρίου του 2014, εντοπίστηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη.

Αφού χτυπήθηκε βάναυσα στο πρόσωπο και την κοιλιακή χώρα, ο δολοφόνος του τον στραγγάλισε με γυμνά χέρια.

Μπορεί τα τραύματα να του προκάλεσαν εσωτερική αιμορραγία, αλλά ο θάνατός του, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, επήλθε από τον στραγγαλισμό.

Στο διαμέρισμά του δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης, γεγονός που ωθεί τις αρχές να εκτιμούν πως ίσως άνοιξε την πόρτα στον άνθρωπο που του στέρησε τη ζωή με τόσο βίαιο τρόπο.

Οι τελευταίες ώρες

Λίγες ώρες πριν από τον φρικτό θάνατό του, ο Μένης Κουμανταρέας έτρωγε με τον φίλο του Θάνο Φωσκαρίνη στον πεζόδρομο της Κυψέλης. Έμειναν στο εστιατόριο μέχρι τις 22.20.

Κάποια στιγμή τον ενημέρωσε πως είχε μια συνάντηση στις 23.15 και ζήτησε να του κάνει παρέα μέχρι τότε.

Πετάχτηκε για λίγο στο σπίτι του προκειμένου να πάρει το χάπι του που είχε ξεχάσει. Η ώρα περνούσε. Όταν ο Θάνος Φωσκαρίνης τον αναζήτησε και δεν απάντησε στις κλήσεις του φοβήθηκε πως κάτι του έχει συμβεί.

Πήγε στο διαμέρισμά του και όταν δεν απάντησε, ζήτησε αντικλείδι από τον ανιψιό του 83χρονου συγγραφέα. Όταν μπήκαν μέσα, αντίκρισαν τον Μένη Κουμανταρέα να κείτεται νεκρός στο κρεβάτι του.

Το «κύκνειο άσμα» του

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, «Ο Θησαυρός του Χρόνου», γράφει για την ανθρώπινη απώλεια. Ένα έργο που εμπνεύστηκε από τον θάνατο της συζύγου του Λιλής.

Ξεκίνησε το 2010 και χρειάστηκε 4 χρόνια. Πρόλαβε όμως να το δει να παίρνει «σάρκα και οστά» και να κοσμεί τις προθήκες των βιβλιοπωλείων λίγους μόνο μήνες πριν από τον θάνατό του.

Αδερφός του, όπως εξομολογείται σε ένα από τα πιο τολμηρά μυθιστορήματά του, ο πόνος. Με άκρως εξομολογητική διάθεση, αφηγείται με τη γλώσσα της δικής του αλήθειας τα πιο σκοτεινά πάθη του.

«Ξέρει και πολύ καλά τι ρόλο έπαιξε. Απλώς, ανησυχεί, αμύνεται όπως κάθε γυναίκα που υπερασπίζει το φύλο της. Της αρέσει, ακόμα, ν’ ανασκαλεύει γεγονότα -δεν ξεχνά ποτέ-, να προκαλεί συζητήσεις. Νομίζει ότι αναμοχλεύοντας τα παλιά θα με φέρει πιο κοντά σ’ εκείνη.

Μα είμαι κοντά της. Ποτέ δεν έφυγα. Απλώς, καμιά φορά μ’ αρέσει να ζω σαν να είμαι ακόμα νέος ή σαν εργένης, να αυταπατώμαι ότι στο πρόσωπο κάποιου νεαρού θα βρω ένα κομμάτι που μου λείπει. Κάτι από νιάτα, ομορφιά, συνωμοσία με το ίδιο φύλο».

Στο βιβλίο του «Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα», 1999, υπήρχε και ένα κείμενο για τον Κώστα Ταχτσή («Για τον Ταχτσή, τον Ιωάννου και τον Βασιλικό») που είχε βρει τον ίδιο τραγικό θάνατο.

Κώστας Ταχτσής – Ο τραγικός επίλογος

Η άγρια δολοφονία του Κώστα Ταχτσή στα τέλη Αυγούστου του 1988 παραμένει ανεξιχνίαστη.

Αιτία θανάτου του ο στραγγαλισμός. Οι τοξικολογικές εξετάσεις έδειξαν πως βρισκόταν υπό την επήρεια «βαριάς μέθης», με αποτέλεσμα να είναι «έρμαιο στα χέρια του δολοφόνου του».

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, είχε βρεθεί γυμνός στο κρεβάτι, φορούσε ξανθιά γυναικεία περούκα, τα νύχια του ήταν βαμμένα κόκκινα, ενώ δίπλα του είχαν βρεθεί γυναικεία ρούχα.

Είχε επιλέξει έναν τρόπο ζωής εξωφρενικό και άκρως αντισυμβατικό. Διανοούμενος το πρωί, εκδιδόμενη τραβεστί τη νύχτα.

Οι τελευταίες ώρες

Λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του, ένας γείτονας του Ταχτσή τον είχε δει να επιστρέφει με παρέα στο σπίτι του στον Κολωνό. 

«Τον είδα κατά το σούρουπο να έρχεται με το αυτοκίνητό του. Ήταν ντυμένος γυναίκα και φορούσε περούκα. Συνοδευόταν από έναν νεαρό. Μετά από ώρα, ο νεαρός έφυγε από το σπίτι.

Ο συγγραφέας ξαναβγήκε, γύρισε αργότερα με άλλον νεαρό που έφυγε και εκείνος. Γύρω στις 3 τα ξημερώματα, ο Ταχτσής ήρθε πάλι με έναν νεαρό με μουστάκι».

Η Ελπίδα Αρτέμη βρήκε το πτώμα του αδερφού της Κώστα Ταχτσή το Σάββατο 27 Αυγούστου 1988 στο σπίτι του στον Κολωνό.

Αιτία θανάτου, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο στραγγαλισμός του 48 ώρες νωρίτερα, νωρίς το βράδυ της Πέμπτης.

Η μαρτυρία του γείτονα από την άλλη πλευρά τοποθετούσε χρονικά τη δολοφονία του ξημερώματα Παρασκευής.

Το «κύκνειο άσμα» του

Είχε επιλέξει να υπογράψει ο ίδιος την αυτοβιογραφία του. «Το Φοβερό Βήμα» όμως έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Ένα από τα σενάρια που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή ήταν και αυτό της προληπτικής δολοφονίας. Από φόβο ότι ο συγγραφέας θα αποκάλυπτε σε αυτό πρόσωπα και καταστάσεις.

Η μορφή του βιβλίου δόθηκε από τον επιμελητή Θανάση Νιάρχο, καθώς επρόκειτο για ημιτελές έργο. Επέλεξε έτσι ορισμένα από τα χειρόγραφα που βρέθηκαν στο σπίτι του συγγραφέα μετά τη δολοφονία  του.

«Όταν μέναν μόνοι τους άφηναν να φανούν και τα δικά τους τα αισθήματα, κοιτάζανε με περιφρόνηση, σχεδόν με μίσος προς το μέρος που ‘χε φύγει η κοπέλα, κούναγαν το κεφάλι τους σα να θρηνούσαν την κατάντια τους, έδιναν μπάτσες στο πεσμένο πέος τους σα να ‘ταν κάτι ανεξάρτητο απ’ αυτούς, υπεύθυνο για την κατρακύλα τους…

Όλ’ αυτά, καταλαβαίνεις, άρχισαν να με βάζουν σε σκέψεις. Πρώτα-πρώτα, όλοι αυτοί οι ημίθεοι, που ως τότε έβλεπα με δέος και θεωρούσα απρόσιτους, ήταν εξίσου ευάλωτοι, κι ίσως ακόμα πιο χαζοί, κι απ’ τους άλλους.

Πιο πολύ καβαλούσαν την ιδέα της γυναίκας παρά την ίδια τη γυναίκα, αν δηλαδή συνέτρεχαν ορισμένοι όροι, αν, λόγου χάρη, νόμιζαν ότι πήγαιναν με γυναίκα, και δεν υπήρχε φως μέσα στο δωμάτιο, θα μπορούσες να τους πιάσεις αυτό το περήφανο αλλά θεόστραβο κομμάτι σάρκας που ‘χανε στα σκέλια τους και να το βάλεις σ’ οποιαδήποτε ζεστή, γλοιώδη τρύπα – τα υπόλοιπα ήταν θέμα υποβολής».

Επιμέλεια: Μαρίνα Κουτσούμπα

#TAGS MM