Αυτό σημαίνει πως οι αστυνομικοί δεν πίστεψαν ούτε μιά στιγμή όσα έλεγαν και υποστηρίζαν οι δύο γονείς και έτσι παρακολουθούσαν τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις.
Σε μία από αυτές τις συνομιλίες ο παιδοκτόνος λέει στην μητέρα της 4χρονης Άννυ: “αυτή τη στιγμή παρακολουθούν οι αστυνομικοί το τηλέφωνό μου βλαμμένη. Ποιος σου είπε ότι ο Νίκι κοιμόταν στο σπίτι μου;”.
“Βρε, εσύ τι μου είπες; Εσυ είπες ότι το παιδί εξαφανίστηκε. Εσύ μου πήρες το παιδί και το πούλησες. Ορκίζομαι, εσύ μου πούλησες το παιδί, το πιστεύω. Όταν έχασες το παιδί, μου έλεγες ψέματα”, απάντησε η μητέρα της Άνννυ.
“Αφού στις 13 το χάσαμε το παιδί βρε μαϊμού”, ήταν η δική του απόκριση, με τη σύντροφό του να απαντά: “Τι 13; Αφού στις 17 μου είπες ότι το έχασες”.
“Όταν ηρέμησες στο είπα, ότι το Πάσχα το χάσαμε”, ανταπάντησε για να του πει σε εκείνο το σημείο η μητέρα της Άννυ ότι φεύγει. “Όχι δεν θα φύγεις, δεν θα πας πουθενά”, της είπε αλλά εκείνη επέμεινε: “Φεύγω. Δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου. Εσύ κάτι έκανε στο παιδί”.
Από τους συγκεκριμένους διαλόγους, η αστυνομία θεώρησε πως η μητέρα υποψιάζεται πως κάτι κακό έχει γίνει στο παιδί και για αυτό ευθύνεται ο σύντροφός της, ενώ φαίνεται πως η ίδια δεν είχε ιδέα για τη δολοφονία.
