Κυριακή, 21 Ιουλ.
35oC Αθήνα

Ανούκ Εμέ: Η μοιραία και μελαγχολική σταρ του γαλλικού σινεμά και μούσα του Φελίνι που παντρεύτηκε Έλληνα σκηνοθέτη

Ανούκ Εμέ: Η μοιραία και μελαγχολική σταρ του γαλλικού σινεμά και μούσα του Φελίνι που παντρεύτηκε Έλληνα σκηνοθέτη
Photo by REPORTERS ASSOCIES/Gamma-Rapho via Getty Images

«Δεν ξέρω πια πού αρχίζει η Ανούκ και πού αρχίζει η Λόλα, πού τελειώνει η Λόλα και πού τελειώνει η Ανούκ». Έτσι έλεγε η τεράστια Γαλλίδα ηθοποιός Ανούκ Εμέ που έφυγε από τη ζωή σήμερα Τρίτη (18.06.2024) σε ηλικία 92 ετών.

Με μία καριέρα που μετράει πάνω από 70 χρόνια, 74 ταινίες στο ενεργητικό της, εκ των οποίων η πρώτη στα 13 της χρόνια, η Γαλλίδα ηθοποιός Ανούκ Εμέ αποτελεί ένα εικόνισμα για το γαλλικό σινεμά.

Από τη μία πλευρά, το είδωλο, η ανέγγιχτη, αυτή που μοιάζει να υπάρχει μόνο στο γυαλιστερό χαρτί των κομψών περιοδικών. Από την άλλη, το αγοραίο σώμα, το αναλώσιμο. Δύο αντιφατικές φαντασιώσεις, ή ίσως συμπληρωματικές, αυτή ήταν η Ανούκ Εμέ η μεγάλη πρωταγωνίστρια ταινιών «Ένας άνδρας και μια γυναίκα», «Λόλα» και «Ντόλτσε Βίτα», που δεν είναι πια κοντά μας.

Στην Ανούκ Εμέ δεν άρεσε να μιλάει για την ηλικία της. Άλλωστε τι σημασία έχει ο χρόνος αν είσαι η Ανουκ Εμέ. «Σας παρακαλώ, ας μη μιλήσουμε για την ηλικία μου. Δεν ενδιαφέρει κανέναν» είχε πει σε μία συνέντευξή της.

«Λόλα, εγώ είμαι» έλεγε. 

Ήταν αναμφίβολα μια τεράστια Γαλλίδα ηθοποιός, μία κοκέτα, μία μυθική μελαχρινή φιγούρα ανυπέρβλητης φινέτσας που άφησε εποχή με τις ταινίες της και την ατόφια σαγήνη της.

Έφυγε από τη ζωή σήμερα σε ηλικία 92 ετών. «Με μεγάλη θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο της μητέρας μου Anouk Aimée», έγραψε η κόρη της, η ηθοποιός Μανουέλα Παπατάκη, σε μήνυμα που ανέβασε στο Instagram.

«Ήμουν πολύ κοντά της όταν έφυγε από τη ζωή σήμερα το πρωί στο σπίτι της στο Παρίσι».

Είχε ξεκινήσει την καριέρα της σε πολύ μικρή ηλικία και δεν ήθελε ποτέ να σταματήσει.

Πηγή φωτογραφίας: Reuters

Έκανε μόνο ένα διάλειμμα επτά ετών στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όπου αρκέστηκε στον ρόλο της συζύγου, στην πραγματική ζωή, πλάι στον ηθοποιό Άλμπερτ Φίνεϊ.

Γεννημένη στις 27 Απριλίου 1932 στο Παρίσι ως Françoise Dreyfus, η Anouk Aimée ήταν κόρη ηθοποιών αλλά ήθελε να γίνει χορεύτρια.

Είχε μεγαλώσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μεγαλωμένη εν μέρει από ένα νονό και μια νονά δίπλα σε φάρμα.

Το αρχικό της ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο μόλις και μετά βίας υπήρχε. Λες και η μοίρα χρειάστηκε να την πιέσει, βάζοντάς την στο δρόμο του σκηνοθέτη Henri Calef, ο οποίος τη ρώτησε απότομα αν θα ήθελε να παίξει στον κινηματογράφο κι εκείνη ξεστόμισε ένα «ναι».

Στην πρώτη της ταινία, La Maison sous la mer (1946) του Χένρι Κάλεφ, η τότε Françoise ήταν 13 ετών και ο χαρακτήρας της ονομαζόταν Anouk. Έτσι πήρε το όνομα Ανούκ. Το επίθετο «Εμέ» της το χάρισε ο Ζακ Πρεβέρ.

«Υπάρχει πάντα ένα κομμάτι μου στους ρόλους μου» είχε πει λέει η ίδια. Ένας από αυτούς, ωστόσο, παραλίγο να την κάνει να ξεχάσει την Ανούκ για χάρη μίας… άλλης ονόματι Λόλα, της ηρωίδας της ταινίας του Ζακ Ντεμί.

«Δεν ξέρω πια πού αρχίζει η Ανούκ και πού αρχίζει η Λόλα, πού τελειώνει η Λόλα και πού τελειώνει η Ανούκ», έλεγε 50 χρόνια μετά.

Η Λόλα (1961), κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το La Dolce vita (Γλυκιά Ζωή) του Φεντερίκου Φελίνι με πρωταγωνιστές τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την Ανούκ Εμέ ως άσωτη καλλονή και το 1963 ήρθε και η σουρεαλιστική κωμική-δραματική ταινία «8 1/2».

Με τη Λόλα «γεννήθηκε» στην οθόνη ένα σώμα που ο κινηματογράφος δεν θα ξεχνούσε ποτέ.

Μία χορεύτρια σε καμπαρέ με στενό κορσέ και διχτυωτό καλσόν, τόσο ανέγγιχτη από την όποια χυδαιότητα. Αδύνατον να το φανταστεί κανείς, και όμως ο Ζακ Ντεμί το έκανε.

Η Ανούκ Εμέ απλώς τον εμπιστεύτηκε και δεν προσπάθησε να εξηγήσει το θαύμα.

Θα παρατηρούσε απλά: «Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να κάνουν τα πάντα. Γυναίκες που λένε “Ωχ, γαμώτο, με τσαντίζεις”. Κάποιες σοκάρουν, άλλες όχι. Η Λόλα μπορεί να το κάνει χωρίς να σοκάρει, να είναι αγενής χωρίς να γίνεται αντιληπτή, γιατί δεν υπάρχει χυδαιότητα μέσα της».

Η Ανούκ Εμέ έμοιαζε να κουβαλάει ένα κομμάτι από τη Λόλα μαζί της σε όλους τους άλλους ρόλους της.

Η καριέρα της σύντομα απογειώθηκε διεθνώς, έφτασε μέχρι και την Αμερική.

Σε ηλικία 17 ετών, πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Trevor Howard στην ταινία «The Golden Salamander» (1949), του Βρετανού σκηνοθέτη Ronald Neame, παραγωγού των πρώτων ταινιών του David Lean.

Το 1955 και το 1956, εμφανίστηκε σε δύο γερμανικές ταινίες, το «L’amour ne meurt jamais», του O.W. Fischer, και το Nina, του Rudolf Jugert.

Το 1958 υποδύθηκε την τραγική καλλιτέχνιδα Ζαν Εμπιτέρν στην ταινία «Les Amants de Montparnasse» του Ζακ Μπεκέρ. Το 1959, έπαιξε έναν μικρό ρόλο στο «Le Voyage», μια αμερικανική ταινία του Anatole Litvak, ο οποίος έξι χρόνια νωρίτερα, στο «Un acte d’amour», είχε επιλέξει την πολύ νεαρή Μπριζίτ Μπαρντό, δύο χρόνια μικρότερη της Ανούκ.

Το 1966 πρωταγωνίστησε, στο πλευρό του Ζαν – Λουί Τρεντινιάν, στη δημοφιλή ταινία του Κλοντ Λελούς «Un homme et une femme».

Για την ερμηνεία της κέρδισε Χρυσή Σφαίρα και προτάθηκε για Οσκαρ Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας.

Μια ακόμη σπουδαία στιγμή της καριέρας της ήταν το «Le Saut dans le vide» του Μάρκο Μπελόκιο, με συμπρωταγωνιστή τον Μισέλ Πικολί. Αμφότεροι κέρδισαν τα βραβεία καλύτερης ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών του 1980.

Η Μπριζίτ Μπαρντό ήταν ήδη «η» γυναίκα στο «Et Dieu… créa la femme» (1956), (Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα) ενώ δέκα χρόνια αργότερα η Ανούκ Εμέ έγινε «μια» γυναίκα για τον Claude Lelouch στο «Un homme et une femme» (1966) (Ένας άνδρας και μια γυναίκα) και τελικά η γυναίκα που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.

Παντρεύτηκε τρεις φορές, με τον Έλληνα σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη σε ηλικία 19 ετών, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Μανουέλα το 1952, με τον μουσικό Pierre Barouh, τον οποίο γνώρισε στα γυρίσματα της ταινίας Un homme et une femme, για την οποία έγραψε και ερμήνευσε το περίφημο ritornello dabadabada, και με τον Άγγλο ηθοποιό Άλμπερτ Φίνεϊ.

Όταν ρωτήθηκε για την τεράστια επιτυχία του «Ένας άνδρας και μια γυναίκα» και αν την είχε προβλέψει, απάντησε σε ηλικία 80 ετών, με εφηβική ειλικρίνεια:

«Αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρεις ποτέ, αλλά είσαι ευτυχισμένος. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα καλό σημάδι».

Πληροφορίες από Le Monde

 

Κόσμος Τελευταίες ειδήσεις