Δεν έχει τέλος το θρίλερ για την εκτέλεση με τέσσερις σφαίρες της 39χρονης Ουκρανής Αναστασία Μπερεζόφσκα, η οποία ήταν κατηγορούμενη για την έκρηξη στο Μονακό με στόχο τον Ουκρανό ολιγάρχη Βίκτορ Γερμολάεφ.
Η Αναστασία Μπερεζόφσκα, η γυναίκα που αναζητούνταν με διεθνές ένταλμα σύλληψης, για την έκρηξη βόμβας στο Μονακό την οποία τοποθέτησε η ίδια με σκοπό να βγάλει από τη μέση τον Ουκρανό ολιγάρχη Βαντίμ Γερμολάεφ δεν πρόλαβε ποτέ να μιλήσει αφού λίγες μόνο ημέρες αφότου έγινε γνωστή η ταυτότητά της και εκδόθηκε σε βάρος της το ένταλμα σύλληψης, η 39χρονη βρέθηκε νεκρή και θαμμένη κοντά στο Κίεβο.
Ο Ουκρανός πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών (GUR), Βλαντισλάβ Ρέουτ, ο οποίος αρχικά είχε ομολογήσει ότι σκότωσε τη Μπερεζόφσκα, υποστηρίζει πλέον ότι δεν ήταν αυτός που πάτησε τη σκανδάλη και κατηγορεί τον συγκατηγορούμενό του Βιτάλι Ζικόβιτς, ο οποίος εργαζόταν μέχρι πρόσφατα στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU).
Η αλλαγή στην κατάθεση του Ρέουτ έγινε στο δικαστήριο στο οποίο οδηγήθηκε την Πέμπτη (09.07.2026) με τον εισαγγελέα να περιγράφει ότι η Μπερεζόφσκα είχε φτάσει στην Ουκρανία δύο ημέρες μετά την έκρηξη στο Μονακό και πριν ακόμη ταυτοποιηθεί ως η βασική ύποπτη της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον εισαγγελέα η 39χρονη Ουκρανή είχε περάσει τα σύνορα από την Πολωνία με λεωφορείο, με τις ουκρανικές αρχές να βάζουν στο στόχαστρό τον 50χρονο Ζικόβιτς και τον 34χρονο Ρέουτ αξιοποιώντας τα στοιχεία από το κινητό τηλέφωνο της Μπερεζόφσκα ενώ στη συνέχεια εντόπισαν μεταφορές χρημάτων σε μετρητά και κρυπτονομίσματα που οι δύο άνδρες είχαν πραγματοποιήσει προς τους λογαριασμούς της.
Με τέσσερις σφαίρες η δολοφονία
Το βράδυ της Πέμπτης, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι τις επόμενες ημέρες θα παρουσιάσει «επιπλέον σχετικές ενημερώσεις».
Ωστόσο, τα κίνητρα πίσω από την έκρηξη στο Μονακό, η οποία είχε στόχο τον Βαντίμ Γερμολάεφ, παραμένουν ασαφή.
Ο επιχειρηματίας, που απέκτησε την περιουσία του από το εμπόριο κονιάκ και τις επενδύσεις σε ακίνητα, είχε αποποιηθεί την ουκρανική υπηκοότητά του πριν από μερικά χρόνια. Στη συνέχεια τέθηκε υπό κυρώσεις από το Κίεβο, επειδή συνέχισε να δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην Κριμαία μετά την προσάρτησή της από τη Ρωσία.
Τώρα, η γυναίκα που φέρεται ότι προσπάθησε να τον δολοφονήσει βρέθηκε η ίδια δολοφονημένη.
Οι δύο ύποπτοι οδηγήθηκαν με χειροπέδες στο δικαστήριο για ξεχωριστές ακροάσεις, συνοδευόμενοι από βαριά οπλισμένους αστυνομικούς με μπαλακλάβες.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο εισαγγελέας διευκρίνισε ότι η 39χρονη είχε φτάσει στην Ουκρανία δύο ημέρες μετά την έκρηξη στο Μονακό και προτού ταυτοποιηθεί ως η βασική ύποπτη της υπόθεσης. Είχε περάσει τα σύνορα από την Πολωνία με λεωφορείο.
Αφού ενημερώθηκαν για τις κατηγορίες σε βάρος της γυναίκας, οι ερευνητές εντόπισαν γρήγορα τους δύο φερόμενους ως δράστες της δολοφονίας της, αξιοποιώντας τα στοιχεία από το κινητό τηλέφωνο της Μπερεζόφσκαγια.
Στη συνέχεια εντόπισαν μεταφορές χρημάτων, τόσο σε μετρητά όσο και σε κρυπτονομίσματα, που οι δύο άνδρες είχαν πραγματοποιήσει προς τους λογαριασμούς της.
Αρχικά, ο Ρέουτ ομολόγησε ότι πυροβόλησε την Μπερεζόφσκα. Στη συνέχεια οδήγησε τους ερευνητές στο σημείο όπου είχε θάψει το πτώμα της, σε δασική περιοχή δυτικά του Κιέβου, σε έναν τάφο καλυμμένο με κλαδιά.
Χθες, όμως, στο δικαστήριο, ο πράκτορας της GUR δήλωσε ότι ήθελε να «πει την αλήθεια». Τότε επέρριψε όλη την ευθύνη στον συνεργό του, Ζικόβιτς.
«Πολέμησα εχθρούς υπερασπιζόμενος τη χώρα μου. Δεν θα δολοφονούσα ποτέ σκόπιμα μια αθώα γυναίκα πολίτη» είπε.
Στη νέα εκδοχή τους, υποστήριξε ότι οι δύο άνδρες είχαν μεταβεί με τη BMW του για να παραλάβουν την Μπερεζόφσκα στον αυτοκινητόδρομο προς το Κίεβο, επειδή «έπρεπε να κρυφτεί» σε σχέση με «μια ποινική υπόθεση». Δεν διευκρίνισε σε ποια υπόθεση αναφερόταν.
Στη διαδρομή, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ζικόβιτς έβγαλε από το σακίδιό του ένα πιστόλι Μακάροφ και το όπλισε. Όταν εκείνος διαμαρτυρήθηκε, ο Ζικόβιτς φέρεται να του είπε ότι επρόκειτο απλώς για προληπτικό μέτρο «σε περίπτωση που πανικοβληθεί».
Αφού παρέλαβαν την 39χρονη, ο Ρέουτ ισχυρίζεται ότι του δόθηκε εντολή να κατευθυνθεί προς το χωριό Γιούριβ, όπου και οι τρεις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο σε έναν δασικό δρόμο.
Εκεί, σύμφωνα με τον Ρέουτ, ο Ζικόβιτς τον διέταξε να πυροβολήσει, λέγοντάς του: «Ή αυτή ή εμείς.»
Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του Ρέουτ, ο Ζικόβιτς σκότωσε τελικά ο ίδιος την 39χρονη Ουκρανή, πυροβολώντας την τέσσερις φορές. Στη συνέχεια, οι δύο άνδρες έσκαψαν έναν τάφο και έκρυψαν το πτώμα της.
Ο Ρέουτ ισχυρίζεται επίσης ότι ο Ζικόβιτς πέταξε το όπλο σε μια κοντινή λίμνη μαζί με τα προσωπικά της αντικείμενα.
Αν όμως ο Ρέουτ δεν την πυροβόλησε, το ερώτημα είναι γιατί ομολόγησε. Ο ίδιος υποστηρίζει πλέον ότι δεχόταν απειλές από τον Ζικόβιτς. «Μου είπε: “Αν μου συμβεί οτιδήποτε, οι συγγενείς σου κινδυνεύουν”», ισχυρίστηκε.
Ο συνήγορος υπεράσπισης του Ζικόβιτς, Ανατόλι Ιβάνοφ, απέρριψε αυτή τη νέα εκδοχή και περιέγραψε τον πελάτη του ως πρώην χαμηλόβαθμο αξιωματικό της SBU και χαρακτήρισε παράλογη την ιδέα ότι ένας απλός πολίτης θα μπορούσε να διατάξει έναν εν ενεργεία αξιωματικό της GUR να κάνει οτιδήποτε, πόσο μάλλον να διαπράξει φόνο.
Χαρακτήρισε τον Ζικόβιτς «πατριώτη», ο οποίος είχε πολεμήσει στην ανατολική Ουκρανία το 2014 και στη συνέχεια «υπερασπίστηκε ενεργά» την περιοχή του Κιέβου μετά τη ρωσική εισβολή το 2022. «Δεν θέλει να φυλακιστεί. Το καταλαβαίνω» σχολίασε σχετικά με την κατάθεση του Ρέουτ. Ωστόσο, επέμεινε ότι ο πελάτης του «δεν σκότωσε κανέναν».
Ο εισαγγελέας υποστηρίζει ότι οι δύο άνδρες ενήργησαν «από κοινού και με συντονισμένο τρόπο» και ότι αμφότεροι κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Στο δικαστήριο, ο συνήγορος του Ζικόβιτς άφησε να εννοηθεί ότι ίσως υπάρχει «ρωσικό αποτύπωμα», επισημαίνοντας ότι στο παρελθόν Ουκρανοί πράκτορες έχουν στρατολογηθεί από τη Μόσχα. «Δυστυχώς, είχαμε αρκετούς τέτοιους προδότες», είπε. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι δεν διαθέτει αποδείξεις γι’ αυτό, ενώ έχουν διατυπωθεί και άλλες θεωρίες, από διαφθορά μέχρι οργανωμένο έγκλημα.
«Εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα», δήλωσε στο BBC ο εισαγγελέας Ντμίτρο Τκατσούκ. Πρόσθεσε ότι ένας από τους υπόπτους έχει αποκαλύψει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με πιθανό κίνητρο, όμως η δημοσιοποίησή τους αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να δυσχεράνει την έρευνα. «Ελέγχουμε τις πληροφορίες», είπε.
Το δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα αποφυλάκισης με εγγύηση και των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι θα παραμείνουν προφυλακισμένοι μέχρι ολοκληρωθεί η έρευνα.
