Η Γκλόρια Στάινεμ, η Αμερικανίδα φεμινίστρια και δημοσιογράφος που με τη δράση της συνέβαλε καθοριστικά στην προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών σε όλο τον κόσμο, πέθανε σε ηλικία 92 ετών, χθες Τετάρτη (02.09.2026)
Η Γκλόρια Στάινεμ, «έφυγε γαλήνια στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, με αγαπημένους γύρω της» σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της στο Instagram, η οποία ωστόσο δεν αναφέρει την αιτία. «Τα σχεδόν 100 χρόνια της Γκλόρια στη Γη ήταν χρόνια γεμάτα ζωή και συνέχισε να αγωνίζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος», ανέφερε η ανακοίνωση.
«Το μεγαλύτερο χάρισμά της ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους και να τους κάνει να αισθάνονται ότι τους βλέπουν και τους ακούν. Τα λόγια, οι πράξεις και το παράδειγμά της έδωσαν στους ανθρώπους την ελευθερία να είναι ο πραγματικός τους εαυτός».
Η δημοσιογράφος που έφερε τον φεμινισμό στο προσκήνιο
Η Στάινεμ έφερε τη φεμινιστική οπτική στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης μέσα από την ερευνητική δημοσιογραφία, τις δημόσιες ομιλίες και τον ακτιβισμό.
Συγγραφέας εννέα βιβλίων, αγωνίστηκε κατά της ενδοοικογενειακής βίας, του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, της βιομηχανίας πορνογραφίας, καθώς και κατά των πολέμων του Βιετνάμ και του Περσικού Κόλπου, αναφέρει ο Guardian.
Παράλληλα, στήριξε μια σειρά από κινήματα και κοινωνικούς αγώνες, μεταξύ άλλων το Black Lives Matter, την επανένωση της Κορέας, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών, τα δικαιώματα της LGBTQ+ κοινότητας και το κίνημα Time’s Up.
Το 1984 συνελήφθη στην Ουάσινγκτον, έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής, ενώ διαδήλωνε κατά του απαρτχάιντ.
Δεν οδήγησε ποτέ
Η Γκλόρια Στάινεμ δεν οδήγησε ποτέ στη ζωή της. Δεν είχε αυτοκίνητο, ούτε μηχανή. Εκείνη που έδωσε στην αυτοβιογραφία της τον τίτλο «Η ζωή μου στον δρόμο» (My Life on the Road, HarperCollins, 2019), πέρασε ουσιαστικά ολόκληρη τη ζωή της ταξιδεύοντας.
Από τα μέσα μεταφοράς, προτιμούσε τα ταξί και τα αεροπλάνα, καθώς, όπως έλεγε, οι συζητήσεις με τους οδηγούς ταξί και τις αεροσυνοδούς ήταν ένας ιδανικός τρόπος για όποιον θέλει να «αισθανθεί τον παλμό ενός έθνους».
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, η CIA και όταν μπήκε μυστικά ως κουνελάκι στο Playboy Club
Η Γκλόρια Στάινεμ γεννήθηκε στο Οχάιο το 1934 και μεγάλωσε σε τροχόσπιτο. Η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, γεγονός που δυσκόλευε την εργασία και τη ζωή της οικογένειας, ενώ περνούσε κατά διαστήματα από ψυχιατρικά ιδρύματα.
Όταν η Γκλόρια ήταν 10 ετών, οι γονείς της χώρισαν. Μεγαλώνοντας με τη μητέρα της σε ένα φτωχικό σπίτι στο Τολέδο, άρχισε να αντιλαμβάνεται την εχθρότητα και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η μητέρα της ως εργαζόμενη γυναίκα.
Μετά την αποφοίτησή της από γυναικείο κολέγιο φιλελεύθερων σπουδών το 1956, ταξίδεψε στην Ινδία, όπου έζησε για δύο χρόνια και εργάστηκε ως νομική υπάλληλος στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, εργάστηκε ως διευθύντρια του Independent Research Service, μιας οργάνωσης που λειτουργούσε ως βιτρίνα της CIA και στρατολογούσε Αμερικανούς φοιτητές με στόχο να διαταράξουν τα Παγκόσμια Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βιέννη και το Ελσίνκι, τα οποία βρίσκονταν υπό σοβιετική επιρροή.
Η ίδια αποκάλυψε αργότερα ότι γνώριζε ποιος χρηματοδοτούσε την επιχείρηση και δήλωσε πως, αν είχε ξανά την επιλογή, «θα το έκανε και πάλι».
Το 1962 ανέλαβε την πρώτη της «σοβαρή δημοσιογραφική αποστολή» για το περιοδικό Esquire. Το άρθρο της για την αντισύλληψη ανέδειξε το δίλημμα που αντιμετώπιζαν πολλές γυναίκες, οι οποίες καλούνταν να επιλέξουν ανάμεσα στην επαγγελματική τους καριέρα και την οικογένεια.
Έναν χρόνο αργότερα, η Στάινεμ εργάστηκε κρυφά για 11 ημέρες ως κουνελάκι του Playboy, προκειμένου να ερευνήσει τις συνθήκες εργασίας των γυναικών στα Playboy Clubs του Χιου Χέφνερ. Μόλις προσλήφθηκε πέρασε από το Bunny School, όπου έμαθε πώς να χαμογελάει, να στέκεται, να περπατάει, ακόμα και πώς να λυγίζει τα γόνατα με τον σωστό τρόπο ώστε να σκύβει μπροστά σε πελάτες χωρίς να κουνηθεί η ουρά της. Κάθε πρωί τη ζύγιζαν και αν είχε πάρει έστω και μισό κιλό την τιμωρούσαν.
Το μεροκάματο ήταν υποτυπώδες, τα φιλοδωρήματα συχνά κατακρατούνταν και πίσω από τη βιτρίνα του Playboy υπήρχε σεξουαλική παρενόχληση, ψυχική φθορά και σωματική εξάντληση. Όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο, «A Bunny’s Tale» στο περιοδικό Show, προκάλεσε σεισμό.
Το ρεπορτάζ που την έκανε διάσημη
Το 1968 ο Κλέι Φέλκερ την προσέλαβε στο New York Magazine. Εκεί η Στάινεμ χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «αναπαραγωγική ελευθερία», σε άρθρο για μια δημόσια συζήτηση σχετικά με τις αμβλώσεις στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Η ίδια είχε κάνει άμβλωση στο Λονδίνο όταν ήταν 22 ετών.
Αργότερα περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας ένιωσε μια «μεγάλη αλλαγή» και ότι εκείνη η ημέρα σηματοδότησε την αρχή της ζωής της ως ενεργής φεμινίστριας.
Το 1971 συνίδρυσε, μαζί με την Ντόροθι Πίτμαν Χιουζ, το περιοδικό Ms. Το πρώτο του τεύχος είχε στο εξώφυλλο τη Wonder Woman, ενώ η Στάινεμ συνέχισε να γράφει προκλητικά και επιδραστικά κείμενα για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία.
Η Στάινεμ αναγνώριζε ιδιαίτερα την επιρροή που άσκησαν πάνω της μαύρες φεμινίστριες, όπως οι Florynce Kennedy, Evelyn Cunningham, Shirley Chisholm και Fannie Lou Hamer.
«Ήταν σαν να βρίσκω μια οικογένεια», είχε πει για εκείνη την περίοδο. «Όσο διαφορετικές κι αν είμαστε, και σίγουρα ήμασταν, οι γυναίκες μοιράζονται ελπίδες, μια συγκεκριμένη εικόνα για τον κόσμο και ένα συγκεκριμένο ένστικτο που μας βοηθά να εντοπίζουμε την αδικία».
Η ίδια υποστήριζε ότι σεξισμός και ρατσισμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι, καθώς οι διαφορές αυτές χρησιμοποιήθηκαν ιστορικά για να χωρίσουν τους ανθρώπους σε «ανώτερους» και «κατώτερους» και να διατηρήσουν ένα σύστημα εκμετάλλευσης.
Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα
Παρά την τεράστια επιρροή της, η Στάινεμ υπήρξε και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στο εσωτερικό του φεμινιστικού κινήματος.
Ορισμένες φεμινίστριες υποστήριξαν ότι η ανάδειξή της σε ηγετική μορφή δεν οφειλόταν μόνο στη δράση και το έργο της, αλλά και στην εικόνα της ως νεαρής, λευκής και ελκυστικής γυναίκας που προσέλκυε το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης.
Επίσης, δέχθηκε έντονη κριτική για άρθρο που δημοσίευσε το 1998 στους New York Times, με το οποίο υπερασπίστηκε τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον απέναντι σε καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης. Χρόνια αργότερα παραδέχθηκε ότι δεν θα έγραφε το ίδιο κείμενο σήμερα, σημειώνοντας ότι πλέον υπήρχαν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις άλλες γυναίκες.
Η μάχη με τον καρκίνο και ο γάμος στα 66
Το 1986 η Στάινεμ διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού, ενώ το 1994 διαγνώστηκε με νευραλγία του τριδύμου, μια χρόνια πάθηση που προκαλεί έντονο πόνο.
Παρά το γεγονός ότι επί χρόνια απέρριπτε τον θεσμό του γάμου, το 2000, σε ηλικία 66 ετών, παντρεύτηκε τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ. Παρέμεινε κοντά και με τον θετό της γιο, τον ηθοποιό Κρίστιαν Μπέιλ, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2003.
Απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ
Η Στάινεμ είχε στηρίξει την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον και υπήρξε μία από τις πιο έντονες επικρίτριες του Ντόναλντ Τραμπ.
Τον Ιανουάριο του 2017, συμμετείχε ως συμπρόεδρος και ομιλήτρια στη Women’s March στην Ουάσινγκτον, τη μαζική διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε μία ημέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ.
«Το μόνο καλό νέο του Τραμπ είναι ότι η κινητοποίηση του ακτιβισμού είναι κάτι που δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου», είχε δηλώσει τότε.
Το 2011, η Στάινεμ είχε πει: «Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100. Υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπει να γίνουν».
