Μέσα σε μια σπάνια διεθνή κρίση λαμβάνει χώρα αυτή την περίοδο η πρώτη διαβούλευση για τους ενεργειακούς στόχους πέραν του 2030 στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής, είχαμε σαφείς επιμέρους στοχεύσεις για τις ΑΠΕ, την εξοικονόμηση ενέργειας και τις εκπομπές CO2 ως τα τέλη αυτής της δεκαετίας.
Παράλληλα, υπάρχει ήδη στην Ευρώπη ο διακηρυγμένος κλιματικός στόχος για μείωση των εκπομπών κατά 90% ως το 2040, ο οποίος πρέπει τώρα να μετουσιωθεί σε πιο συγκεκριμένες πολιτικές με αιχμή τους επιμέρους ενεργειακούς τομείς. Προ ημερών η Κομισιόν ξεκίνησε τη σχετική διαβούλευση, που εκτείνεται σε δύο ξεχωριστά τμήματα: Τις ΑΠΕ και την ενεργειακή αποδοτικότητα.
Οι Βρυξέλλες επέστησαν την προσοχή σε συγκεκριμένα προβλήματα που πρέπει να λυθούν, ανάμεσά τους η καθυστέρηση που παρατηρείται στον εξηλεκτρισμό, οι τοπικές αντιδράσεις στα έργα, η αργή ωρίμανση των νέων τεχνολογιών, και η ανάγκη για καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης παραγωγής ηλεκτρισμού.
Ως αποτέλεσμα της διαβούλευσης με τους φορείς και την αγορά, προς τα τέλη του έτους θα παρουσιαστεί η σχετική νομοθετική πρόταση.
Παράλληλα, αυτό το καλοκαίρι αναμένεται και η αντίστοιχη πρόταση της Κομισιόν για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος εκπομπών (ETS), η δεύτερη φάση του οποίου έχει αποφασιστεί να πάει πίσω κατά ένα έτος.
Όλα τα παραπάνω αποτέλεσαν το αντικείμενο έντονων συζητήσεων τις τελευταίες εβδομάδες στην Ευρώπη. Στην πιο ηχηρή τοποθέτηση, η Γερμανία πρότεινε να χαλαρώσει ο κλιματικός στόχος του 90% ως το 2040 κατά πέντε ή δέκα ποσοστιαίες μονάδες, ώστε να γίνει ευκολότερο το έργο των κρατών-μελών και να μην επηρεαστεί δυσανάλογα η οικονομία.
Στο τραπέζι έχει πέσει ήδη, άλλωστε, η ακραία ιταλική πρόταση για ένα επί της ουσίας πάγωμα του ETS, αλλά και για ριζική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της αγοράς ενέργειας.
Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση επανέλαβε πρόσφατα ότι είναι υπέρ του κλιματικού στόχου, αλλά ζητά περισσότερη ευελιξία προς την επίτευξή του.
Όπως ανέφερε σχετικά την Τρίτη ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος σε ανάρτησή του: «Η Ευρώπη πρέπει να είναι πιο ρεαλιστική και λιγότερο ρυθμιστική. Πρέπει να ενισχύσουμε την εσωτερική αγορά και να εκμεταλλευτούμε τη συμπληρωματικότητα μεταξύ πόρων και γεωγραφικών περιοχών. Και πρέπει να ανανεώσουμε το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών, ώστε να μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την απαλλαγή από τις εκπομπές χωρίς αποβιομηχάνιση».
Σε γενικές γραμμές, η ευρωπαϊκή συζήτηση ακροβατεί αυτή την περίοδο ανάμεσα σε δύο προτεραιότητες, εν μέρει αλληλοσυγκρουόμενες:
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν αντιληφθεί ότι στο νέο διεθνές περιβάλλον θα πρέπει να στηριχθούν περισσότερο από ποτέ στους δικούς τους πόρους. Το κυρίαρχο σύνθημα είναι η ενεργειακή ασφάλεια και η Ευρώπη δεν διαθέτει πετρέλαιο ή φυσικό αέριο στον ίδιο βαθμό όσο π.χ. οι ΗΠΑ. Κατ’ επέκταση, θα αναζητήσει τις λύσεις στις ΑΠΕ, την πυρηνική ενέργεια και την αποθήκευση. Πάντως, κοινός τόπος είναι ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή στον άνθρακα, παρά μόνο ίσως στο επίπεδο ορισμένων προσωρινών εξαιρέσεων.
Από την άλλη, έχει αποδειχθεί δύσκολο το να καλύψουν οι πράσινες πηγές τους τομείς των μεταφορών και της βιομηχανίας και εκεί είναι που “κολλάει” το όλο εγχείρημα. Η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με εναλλακτικά καύσιμα όπως το υδρογόνο, δεν δείχνει να προχωράει με την απαιτούμενη ταχύτητα. Αντίστοιχα, τα ηλεκτρικά οχήματα προσκρούουν σε εμπόδια, όπως η ευκολία χρήσης.
Πλέον η κρίση στη Μέση Ανατολή ανεβάζει τις τιμές του πετρελαίου και του αερίου σε μόνιμη βάση. Εν τέλει, αυτή η ανατίμηση από μόνη της ενδέχεται να δώσει νέα πνοή στις πράσινες πολιτικές, αν και με ένα χαρακτήρα περισσότερο ρεαλιστικό σε σχέση με το παρελθόν.
