Ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας – Ουκρανίας, τέσσερα χρόνια μετά, παραμένει μια σύγκρουση με τεράστιο ανθρώπινο, εδαφικό και οικονομικό κόστος που επηρεάζει -και θα επηρεάζει- την Ευρώπη αλλά και τον κόσμο για δεκαετίες.
Ο πόλεμος έχει αφήσει βαθύ οικονομικό αποτύπωμα και στις 2 χώρες, πλήττοντας την ουκρανική οικονομία αλλά και η Ρωσία είχε -και έχει- σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας σε συνεργασία με τα Ηνωμένα Έθνη και την Κομισιόν, η ανοικοδόμηση της οικονομίας της Ουκρανίας θα κοστίσει περίπου 588 δισ. δολάρια την επόμενη δεκαετία, με τις άμεσες ζημίες σε υποδομές να υπερβαίνουν τα 195 δισ. δολάρια – ιδιαίτερα σε τομείς όπως ενέργεια, κατοικίες και μεταφορές.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η απώλεια παραγωγικού δυναμικού ήταν δραματική: το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) της Ουκρανίας συρρικνώθηκε κατά μεγάλες ποσοστιαίες μονάδες ήδη στις πρώτες φάσεις της εισβολής, και σήμερα να βρίσκεται κατά 21% μικρότερο σε πραγματικούς όρους από ό,τι το 2021, πριν από τη ρωσική εισβολή αναγκάζοντας την κυβέρνηση να στηρίζεται σε συνεχόμενη διεθνή βοήθεια για να διατηρήσει λειτουργίες κράτους και κοινωνικές υπηρεσίες.
Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί φέτος, η αύξηση του ΑΕΠ της Ουκρανίας αναμένεται να περιοριστεί σε περίπου 2%, αλλά η ανάπτυξη θα μπορούσε να ανακάμψει ελαφρώς στο 4% το 2027 και στο 4,5% το 2028, εάν επιτευχθεί εκεχειρία μέχρι το τέλος του έτους, αναφέρει το Reuters.
Οι ζημιές ήταν μεγαλύτερες στον τομέα της στέγασης, με το 14% του συνολικού αποθέματος κατοικιών να έχει υποστεί ζημιές ή να έχει καταστραφεί, ή περίπου 61 δισ. δολάρια, ακολουθούμενο από τους σιδηροδρόμους και άλλα τμήματα του τομέα των μεταφορών, με ζημιές που ανέρχονται σε 40,3 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ο τομέας της ενέργειας, ο οποίος υπέστη σοβαρές επιθέσεις από ρωσικά πυραύλους και επιθέσεις κατά το παρελθόν έτος, υπέστη ζημίες ύψους σχεδόν 25 δισ. δολαρίων, με ορισμένους πολίτες να αντιμετωπίζουν διακοπές ρεύματος έως και 18 ώρες την ημέρα.
Η έκθεση εκτιμά τις κοινωνικοοικονομικές απώλειες σε 667 δισ. δολάρια, μια αύξηση 13% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αντανακλώντας την εκτεταμένη και παρατεταμένη διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας, των δημόσιων υπηρεσιών και των θέσεων εργασίας.

Εν τω μεταξύ η Ουκρανία, αύξησε τις αμυντικές της δαπάνες από 6,9 δισ. δολάρια το 2021 σε 71 δισ. το 2025. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσών καλύφθηκε από τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν συνεισφέρει συνολικά πάνω από 300 δισ. δολάρια από το 2022.
Μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ το 2025, η αμερικανική στήριξη μειώθηκε δραστικά, με την Ευρώπη να αναλαμβάνει το μεγαλύτερο βάρος της βοήθειας. Παράλληλα, περίπου 300 δισ. δολάρια από τα αποθέματα της ρωσικής κεντρικής τράπεζας έχουν δεσμευτεί σε δυτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ η ΕΕ έχει αποφασίσει να κατευθύνει τα έσοδα από αυτά τα κεφάλαια προς τη στήριξη και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας.
Η έκθεση σημειώνει επίσης ότι η Ουκρανία θα μπορούσε να καλύψει περίπου το 40% των αυξανόμενων αναγκών ανασυγκρότησης μέσω του ιδιωτικού τομέα, εάν πραγματοποιούσε στοχευμένες μεταρρυθμίσεις για να προσελκύσει επενδύσεις κεφαλαίου σε παραγωγικούς τομείς όπως η γεωργία, η βιομηχανία και ο τουρισμός.
Από την άλλη πλευρά, μελέτες δείχνουν ότι η Ρωσία έχει μετατοπίσει τη δομή της οικονομίας προς πιο στρατιωτικού χαρακτήρα παραγωγή, με περιορισμό επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα και ισχυρότερη κρατική παρέμβαση – ένα μοντέλο που εξασφαλίζει βραχυπρόθεσμα επιβίωση αλλά περιορίζει τον μελλοντικό ρυθμό ανάπτυξης.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας αυξήθηκαν θεαματικά: από σχεδόν 66 δισ. δολάρια το 2021 σε 149 δισ. το 2024, ενισχύοντας τη βιομηχανική παραγωγή και συγκρατώντας την ανεργία, σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute. Ωστόσο, αυτή η ανάπτυξη βασίζεται λιγότερο σε ιδιωτικές επενδύσεις και καινοτομία και περισσότερο σε κρατική κατεύθυνση πόρων, γεγονός που δημιουργεί μακροπρόθεσμα ερωτήματα βιωσιμότητας.
Τα ρωσικά έσοδα από ενέργεια έχουν μειωθεί σημαντικά – ένδειξη ότι οι δυτικές κυρώσεις και οι εκπτώσεις τιμών έχουν πλήξει το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας. Συγκεκριμένα, στον ενεργειακό τομέα, η Ρωσία αναγκάστηκε να ανακατευθύνει μεγάλο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ασία, κυρίως Κίνα και Ινδία, αλλά υπό δυσμενείς όρους. Τα προϊόντα πωλούνται με σημαντικές εκπτώσεις, το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης αυξήθηκε, ενώ η περιορισμένη πρόσβαση σε δυτική τεχνολογία φρενάρει τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της παραγωγής.
Παρά τα σχετικά υψηλά έσοδα σε απόλυτα μεγέθη, το δημοσιονομικό περιθώριο έχει στενέψει αισθητά, περιορίζοντας την οικονομική ευελιξία και αυξάνοντας τις μακροπρόθεσμες αβεβαιότητες.
Το ρούβλι επίσης δέχτηκε πιέσεις σε διάφορες φάσεις, ενώ η Κεντρική Τράπεζα χρειάστηκε υψηλά επιτόκια για σταθεροποίηση.

Τέλος, ο πόλεμος επηρέασε καθοριστικά και τις διεθνείς αγορές ενέργειας – ειδικά στην Ευρώπη, όπου οι τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύτηκαν στα ύψη στις αρχές της σύγκρουσης, οδηγώντας σε υψηλό πληθωρισμό και αυξημένα δημοσιονομικά κόστη για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.