Σε ανάπτυξη μπαίνει το Εθνικό Σύστημα Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας, το οποίο παρουσιάστηκε στις 7.1.2026, στο πλαίσιο μιας δέσμης 6 μέτρων για τους αγρότες, ως παρέμβαση για να περιοριστούν οι παράνομες ελληνοποιήσεις αγροτικών προϊόντων.
Το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει ένα ψηφιακό ίχνος που θα συνοδεύει κάθε ελληνικό προϊόν σε όλη τη διαδρομή του, από το χωράφι του αγρότη μέχρι το ράφι του καταστήματος λιανικής, με βασικό εργαλείο ένα ενιαίο barcode και δυνατότητα ενημέρωσης του καταναλωτή μέσω QR code.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το ζήτημα αφορά ένα φαινόμενο που πλήττει ταυτόχρονα τρεις πλευρές της αγοράς. Ελληνοποίηση σημαίνει ότι ένα εισαγόμενο προϊόν εμφανίζεται ως ελληνικό σε κάποιο στάδιο της αλυσίδας, στη συγκέντρωση, στην αποθήκευση, στην τυποποίηση, στη μεταποίηση ή στη διακίνηση, με πολλαπλά «θύματα».
Για τον καταναλωτή η ζημιά είναι ότι πληρώνει ως ελληνικό ένα προϊόν άγνωστης προέλευσης και ποιότητας ενώ και ο παραγωγός αντιμετωπίζει αθέμιτο ανταγωνισμό που συμπιέζει το εισόδημα του. Τέλος, η ελληνική οικονομία πλήττεται καθώς το κράτος υπομένει απώλεια εσόδων ενώ αυξάνονται και οι εισαγωγές προϊόντων με αρνητικές επιπτώσεις στο εμπορικό ισοζύγιο και, τελικά, διάβρωση του παραγωγικού ιστού.
Είναι χαρακτηριστικό πως στο δεκάμηνο του 2025 στην υποκατηγορία που περιλαμβάνει τα τρόφιμα και τα ζώα ζωντανά καταγράφηκε έλλειμμα περίπου 1,083 δισ. ευρώ.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Προφανώς, τα ανωτέρω δεν αποτελούν όλα ελληνοποιήσεις, ωστόσο δείχνουν το μέγεθος της αγοράς όπου δρουν οι επιτήδειοι καθώς μια παράνομη ελληνοποίηση μπορεί να αποφέρει κέρδος, ακριβώς επειδή η ελληνική προέλευση έχει προστιθέμενη αξία και μεταφράζεται σε διαφορετική τιμή για τον καταναλωτή. Ο στόχος της ρύθμισης είναι αυτή την ελληνική προέλευση να διασφαλίσει και να προστατεύσει το νέο σύστημα ιχνηλασιμότητας, δημιουργώντας ένα ψηφιακό ίχνος που θα αφήνει δεδομένα σε κάθε στάδιο παραγωγής και πώλησης.
Φορείς της αγοράς περιγράφουν στο newsit.gr ένα σταθερό μοτίβο στις ελληνοποιήσεις, ανεξάρτητα από το προϊόν. Εισαγόμενες ποσότητες μπαίνουν στη χώρα και σε κάποιο σημείο της διακίνησης «σβήνει» η πραγματική προέλευση, ώστε το προϊόν να καταλήγει να εμφανίζεται ως ελληνικό.
To πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως σε κρέας, αυγά, μέλι, αλλά και σε οπωροκηπευτικά. Οι κτηνοτρόφοι συνδέουν το φαινόμενο με την περίοδο αυξημένης ζήτησης και μιλούν για πρακτικές που ρίχνουν τις τιμές σε επίπεδα που δεν βγαίνει το κόστος εκτροφής. Στα οπωροκηπευτικά, σε προϊόντα όπως η πατάτα και τα πορτοκάλια τονίζεται ότι οι εισαγωγές για συσκευασία και διακίνηση δημιουργούν «παράθυρα» παραπλάνησης αν δεν υπάρχουν διαρκείς, στοχευμένοι έλεγχοι στην είσοδο και στην αγορά.
Τι ισχύει σήμερα
Μέχρι σήμερα, στα παραστατικά διακίνησης, μπορεί να αναγράφεται απλώς η κατηγορία του προϊόντος, χωρίς προέλευση, περιοχή ή ποικιλία. Με αυτόν τον τρόπο το προϊόν φτάνει μέχρι το ράφι απλώς με μια γενική περιγραφή, κάτι που δυσκολεύει τους ελέγχους και αφήνει περιθώριο να αλλοιωθεί η προέλευση στην πορεία. Η νέα λογική, όπως περιγράφηκε από το οικονομικό επιτελείο, είναι η κωδικοποίηση της πληροφορίας ώστε το ελληνικό προϊόν να διατηρεί την ταυτότητά του από τη συγκομιδή έως την πώληση.
Το σχέδιο για το Εθνικό Σύστημα Αγροτικής Ιχνηλασιμότητας και Αυθεντικότητας βασίζεται επίσης και στη διασύνδεση με υφιστάμενα δεδομένα και διασταυρώσεις, αξιοποιώντας τη δουλειά που γίνεται στην ΑΑΔΕ και στον ΟΠΕΚΕΠΕ έτσι ώστε να γίνεται γνωστό τι παραγωγή υπάρχει ανά χωράφι, την παραγωγική δυνατότητα ανά περιοχή κλπ.