Η αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, επηρεάζοντας άμεσα τις επενδύσεις, την απασχόληση και τις επιχειρηματικές αποφάσεις. Σύμφωνα με νέα μελέτη από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που ποσοτικοποιεί το κόστος της αβεβαιότητας στην ελληνική οικονομία, οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες, καθώς διαφοροποιούνται ανάλογα με τον κλάδο δραστηριότητας, το μέγεθος των επιχειρήσεων και τις προσδοκίες που διαμορφώνουν για την πορεία της οικονομίας.
Στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η αύξηση της αβεβαιότητας έχει ισχυρές και διαχρονικές αρνητικές επιδράσεις τόσο στις επενδύσεις όσο και στην απασχόληση, δείχνει η μελέτη του ΙΟΒΕ. Ειδικότερα, μία απρόσμενη αύξηση της αβεβαιότητας κατά μία τυπική απόκλιση εκτιμάται ότι οδηγεί σε άμεση μείωση των επενδύσεων κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ, με την επίδραση να γίνεται αισθητή ήδη από τα πρώτα τρίμηνα και να διατηρείται για διάστημα έως και 2 ετών.
Η επίδραση αυτή αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης (2009-2015), όταν η αυξημένη αβεβαιότητα εκτιμάται ότι συνέβαλε περίπου στο ένα τρίτο του ετήσιου επενδυτικού κενού μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ-27. Αντίστοιχα, στην αγορά εργασίας, οι επιπτώσεις κορυφώνονται περίπου τρία τρίμηνα μετά την αρχική διαταραχή, ενώ για την περίοδο 2010-2013 εκτιμάται ότι έως και το 40% της συνολικής μείωσης της απασχόλησης μπορεί να αποδοθεί στην αβεβαιότητα.
Σε κλαδικό επίπεδο, οι Υπηρεσίες και η Βιομηχανία εμφανίζονται περισσότερο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις της αβεβαιότητας. Ενδεικτικά, η επιδείνωσή της κατά την έναρξη της ελληνικής κρίσης, την περίοδο 2009-2010, εκτιμάται ότι οδήγησε σε απώλειες επενδύσεων στη βιομηχανία ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ μέσα σε δύο χρόνια, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ¼ της συνολικής μείωσης των επενδύσεων του κλάδου κατά την ίδια περίοδο.
Οι προσδοκίες καθορίζουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις
Η μελέτη αναδεικνύει ότι οι επιπτώσεις της αβεβαιότητας δεν είναι ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις, αλλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις προσδοκίες που διαμορφώνουν για το οικονομικό περιβάλλον.
Ειδικότερα, η αρνητική επίδραση στις επενδύσεις καταγράφεται κυρίως στις επιχειρήσεις που έχουν ουδέτερες ή απαισιόδοξες προσδοκίες για την οικονομία, ενώ στις επιχειρήσεις με αισιόδοξες εκτιμήσεις η επίδραση δεν εμφανίζεται στατιστικά σημαντική. Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η απασχόληση, καθώς η αβεβαιότητα επηρεάζει πολύ πιο έντονα τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν απαισιόδοξα το μέλλον, ενώ η επίδρασή της περιορίζεται όταν οι προοπτικές αξιολογούνται θετικά.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι εκείνες που επηρεάζονται περισσότερο από την αύξηση της αβεβαιότητας, ιδιαίτερα όσον αφορά τις επενδυτικές αποφάσεις τους.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η αβεβαιότητα λειτουργεί ως σημαντικό εμπόδιο για τη μεγέθυνση και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, περιορίζοντας παράλληλα τις συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού. Αντίστοιχα, στην απασχόληση, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο ευάλωτες σε σχέση με τις μεγάλες, οι οποίες φαίνεται να διαθέτουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και να διατηρούν προσωπικό ακόμη και σε περιόδους έντονων οικονομικών διαταραχών.
Η σημασία της έγκαιρης μέτρησης της αβεβαιότητας
Η ανάλυση καταλήγει ότι η αξιοποίηση νέων και συμπληρωματικών δεικτών μέτρησης της αβεβαιότητας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεών της στις επενδύσεις και την απασχόληση.
Παράλληλα, η συστηματική παρακολούθηση της αβεβαιότητας επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις και προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό στοχευμένων πολιτικών, με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων σε περιόδους οικονομικών αναταράξεων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας τόσο των επιχειρήσεων όσο και της ελληνικής οικονομίας συνολικά.
