Ένα μείγμα από δομικούς παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος στο ηλεκτρικό ρεύμα θα επιχειρήσει να βελτιώσει το ΥΠΕΝ τα επόμενα τρία χρόνια. Στόχος είναι να επιστρέψουν οι τιμές εκεί που βρίσκονταν πριν την ενεργειακή κρίση, δηλαδή σχεδόν ένα τρίτο χαμηλότερα σε σχέση με σήμερα αν ληφθεί υπόψη και ο πληθωρισμός.
Να ξεκινήσουμε από κάτι πολύ σημαντικό: Ότι ως βάση για τη μείωση 30%, το ΥΠΕΝ λαμβάνει υπόψη τη μέση τελική τιμή λιανικής που πλήρωνε ο Έλληνας καταναλωτής στο β’ εξάμηνο του 2025, δηλαδή 23,7 λεπτά ανά κιλοβατώρα, σύμφωνα με τη Eurostat. Μέσα σε αυτό το νούμερο είναι τόσο το ίδιο το ηλεκτρικό ρεύμα, όσο και οι υπόλοιπες ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τέλη.
Ως εκ τούτου, δεν λαμβάνει υπόψη τις φετινές αυξήσεις και ξεκινάει από μια χαμηλότερη αφετηρία. Κατ’ επέκταση, το τελικό νούμερο που θέλει να φτάσει μετά το -30% είναι πιο κάτω από ότι θα ήταν σε άλλη περίπτωση.
Έτσι, φτάνουμε σε μια de facto τιμή-στόχο κοντά στα 16,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα στο σύνολο των χρεώσεων.
Επιπρόσθετα, έρχονται επιχορηγήσεις και στήριξη που θα επιτρέψουν και τη μείωση της κατανάλωσης, για όσους καταναλωτές επιθυμούν να επενδύσουν στην κατοικία ή την επιχείρησή τους.
Προκειμένου να γίνει πράξη το σχέδιο, θα κινητοποιηθούν κεφάλαια ύψους 5 δισ. ευρώ, που θα προέλθουν από το κοινωνικό κλιματικό ταμείο, το ταμείο απανθρακοποίησης των νησιών και τη ρήτρα διαφυγής.
Το μενού περιλαμβάνει μια ευρεία γκάμα μέτρων και παρεμβάσεων: Απομείωση των ρευματοκλοπών και των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ανταγωνισμός στη λιανική, στήριξη για την εγκατάσταση μπαταριών, αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων, μείωση των ΥΚΩ, έργα ΑΠΕ και αυτοκατανάλωση.
Χωρίς παράταση στο λιγνίτη
Βασική διαφορά σε σχέση με τις προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι ότι το κυβερνητικό σχέδιο δεν προβλέπει διατήρηση του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, ούτε «χαλινάρι» στο ρόλο της ΔΕΗ.
«Ο λιγνίτης ολοκληρώνει τη συμμετοχή του στο ενεργειακό μείγμα. Το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα δούμε πως θα προχωρήσει, αλλά είναι στη φάση της ολοκλήρωσης», δήλωσε σχετικά ο υπουργός, Σταύρος Παπασταύρου.
Πέρα από τις πράσινες τεχνολογίες που έρχονται να αντικαταστήσουν το λιγνίτη, η κυβέρνηση ποντάρει και στην τόνωση του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών για τη συνέχεια.
Η αρχή έγινε με το χαμηλό σταθερό τιμολόγιο των 11,5 λεπτών που ανακοίνωσε η ΔΕΗ προ ημερών, το οποίο εκτιμάται ότι θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και οι άλλες εταιρείες.
Η τιμή αυτή δεν είναι επιδοτούμενη, σχολιάζει το υπουργείο, και προσθέτει ότι η ΔΕΗ κλήθηκε να αναλάβει ένα ρίσκο για το επόμενο 12μηνο σύμφωνα με το πως βλέπει τα πράγματα να εξελίσσονται στην αγορά.
Οι παραδοχές πίσω από το σχέδιο
Βροχή ερωτήσεων δέχτηκε η ηγεσία του υπουργείου σχετικά με τις παραδοχές που έχουν γίνει κατά την κατάρτιση του νέου της σχεδίου.
Όπως ανέφερε σχετικά ο υφυπουργός, Νίκος Τσάφος, ελήφθησαν υπόψη ρεαλιστικά και όχι ακραία σενάρια: «Προφανώς δεν έχουμε έναν υπολογισμό με τεράστιες γεωπολιτικές αναταραχές που είναι απρόβλεπτες. Υπάρχει μια πρόβλεψη για εξομάλυνση στον Περσικό Κόλπο σε βάθος χρόνου, όπως άλλωστε προεξοφλούν και οι αγορές. Εμείς επηρεάζουμε αυτά που μπορούμε να ελέγξουμε», σημείωσε ο ίδιος.
Παράλληλα, γίνεται η παραδοχή ότι παράγοντες όπως η χρέωση ΕΤΜΕΑΡ ή οι χρεώσεις συστήματος και δικτύου δεν μπορούν να βελτιωθούν. Ο λόγος είναι ότι οι παλιές υψηλές ταρίφες που αποκομίζουν τα πρώτα φωτοβολταϊκά δεν αλλάζουν. Ταυτόχρονα, οι δύο διαχειριστές του δικτύου, ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ, καλούνται να υλοποιήσουν τεράστιες επενδύσεις.
Έτσι, η έμφαση δόθηκε σε άλλους τομείς, που εκτιμάται ότι μπορούν να αποφέρουν οφέλη.
Επιπλέον, διευκρινίστηκε ότι στη μείωση 30% δεν λαμβάνεται υπόψη η τυχόν απομάκρυνση των δημοτικών τελών από το λογαριασμό του ρεύματος. Πρόκειται για μια χρέωση που ανέρχεται κοντά στο 10% ενός τυπικού λογαριασμού και με βάση το πρόσφατο νομοσχέδιο του ΥΠΕΣ, υπάρχει πλέον η δυνατότητα να εισπράττεται με εναλλακτικούς τρόπους.
Ανοικτό το ενδεχόμενο επιδοτήσεων
Τέλος, με αφορμή την πρόσφατη ανατίμηση που παρατηρείται στη χονδρική του ρεύματος, αλλά και την πολύ ακριβή τιμή φυσικού αερίου, το υπουργείο δηλώνει έτοιμο να επιδοτήσει και πάλι τους καταναλωτές, όπως και παλαιότερα.
Ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι «πάντα πρέπει να κινούμαστε μέσα στα δημοσιονομικά όρια, αλλά κανείς δεν θα μείνει πίσω. Αναλόγως των συνθηκών, στεκόμαστε δίπλα στον πολίτη».
