Χαμηλότερη απασχόληση, υψηλότερη «υποαπόδοση» και επίμονη υστέρηση στους μισθούς αποτυπώνει για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα η Ενδιάμεση Έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, βάζοντας στο επίκεντρο την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τους εργαζόμενους στη χώρα μας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, και παρά την υπεραπόδοση του ρυθμού ανάπτυξης συγκριτικά με την Ευρωζώνη, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε μια σειρά κρίσιμων δεικτών η Ελλάδα υπολείπεται ακόμη και έναντι κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, σε ποσοστά απασχόλησης και σε επίπεδα μισθών.
Ενδεικτικά, το γ’ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 65,6%, επίπεδο 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Την ίδια περίοδο, το ποσοστό απασχόλησης ήταν 8,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της Βαλκανικής.
Αδυναμία αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού
Παράλληλα, η έκθεση δίνει έμφαση στο ποσοστό «υποαπόδοσης» της αγοράς εργασίας, που αποτυπώνει ευρύτερες μορφές αδυναμίας αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού. Το γ΄ τρίμηνο του 2025 στην Ελλάδα ο δείκτης μειώθηκε στο 11,6%, ωστόσο παρέμεινε αρκετά υψηλότερος από τον μέσο όρο των κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και της Βαλκανικής (8%).
Στο παραγωγικό σκέλος, η ΓΣΕΕ επισημαίνει την περιορισμένη παρουσία της βιομηχανίας στην απασχόληση. Το 2024 το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας στην Ελλάδα ήταν 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 2009. Σε σύγκριση, το αντίστοιχο μέσο ποσοστό ήταν 23,2% στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, 21,6% στις οικονομίες των Βαλκανίων και 17,3% στις οικονομίες της Περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία). Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και στο ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Υποαμοιβόμενοι οι Έλληνες
Το πιο αιχμηρό εύρημα αφορά τις αποδοχές. Η έκθεση καταγράφει ότι το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα σε όρους αγοραστικής δύναμης ήταν 22.107 και αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087). Το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2%, με 18.204 στην Ελλάδα έναντι 29.738 στην ΕΕ, ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1%, με 21.486 στην Ελλάδα έναντι 36.382 στην ΕΕ.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα όταν οι συνολικές αποδοχές σταθμίζονται με τις ώρες εργασίας. Το 2024 το μέσο ωρομίσθιο σε όρους αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα ανερχόταν σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.
Η ΓΣΕΕ σημειώνει ότι οι συνθήκες υποαμοιβής είναι οριζόντιες και καλύπτουν σχεδόν όλους τους τομείς δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στη βιομηχανία πλην κατασκευών το μέσο ωρομίσθιο σε όρους αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4.
Επίσης, στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους αγοραστικής δύναμης αντιστοιχούσαν στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας. Η έκθεση σημειώνει ότι σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις παρατηρούνται ακόμη και σε κλάδους στους οποίους η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως το «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» και οι «Δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης».
Οι υστερήσεις σε απασχόληση και αμοιβές αντικατοπτρίζονται, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, και στο επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων. Το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στο 21% και ήταν το υψηλότερο μεταξύ 15 επιλεγμένων κρατών-μελών, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σχέση με τις οικονομίες της Περιφέρειας ήταν υψηλότερο κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες. Μικρότερη ήταν η απόκλιση σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, κατά 7,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Για νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά, το 2024 το 18,5% δήλωσε ότι αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του. Την ίδια χρονιά, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί και άλλες αντίστοιχες υποχρεώσεις, διαμορφώθηκε στο 46,6%.
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο των χωρών της Βαλκανικής το ποσοστό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Συνολικά, η ΓΣΕΕ καταλήγει ότι στην Ελλάδα παγιώνεται μια τροχιά διαρθρωτικής απόκλισης, όπου οι αυξήσεις της παραγωγής και του ΑΕΠ δεν μεταφράζονται σε ανάλογη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων, διατηρώντας υψηλά τα ζητήματα κοινωνικής και αναπτυξιακής σύγκλισης.
