Με καθυστέρηση 10 περίπου ετών παρουσιάστηκε χθες (20.5.2026) το νέο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, γεγονός που έχει επικριθεί από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας μας.
Όπως προβλέπει το χωροταξικό που τέθηκε χθες σε διαβούλευση, τίθενται πλέον περιορισμοί στο που μπορούν να εγκατασταθούν έργα ΑΠΕ, όπως για παράδειγμα οι απαγορεύσεις για τα αιολικά σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο υφυπουργός Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, η νέα φιλοσοφία είναι ότι «αν μπορούσες παλαιότερα να κάνεις ΑΠΕ σε δέκα μέρη, τώρα μπορείς σε τέσσερα ή πέντε». Ο ίδιος τόνισε ότι το υπουργείο εισάκουσε το μήνυμα της κοινωνίας, εφαρμόζοντας πλέον πολύ συγκεκριμένες και αυστηρότερες ρυθμίσεις.
Στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών, το βασικό θέμα που απασχόλησε το ΥΠΕΝ είναι η μέγιστη στρεμματική κάλυψη ανά περιφερειακή ενότητα.
«Είχαμε περιοχές που ήταν υψηλή και άλλες που ήταν χαμηλή. Αν βάζαμε ένα οριζόντιο νούμερο τότε θα ήταν εξαιρετικά υψηλό ή πολύ χαμηλό για κάποιους. Επομένως δεν μπορούσαμε να βάλουμε ένα οριζόντιο κόφτη σε όλη την χώρα όταν υπάρχει τέτοια ανομοιογένεια. Καταλήξαμε σε ένα όριο στο 1,5% της κάθε περιφερειακής ενότητας», εξήγησε ο υφυπουργός.
Έρχεται πολύ αργά για να κάνει τη διαφορά
Το νέο χωροταξικό είναι αμφίβολο κατά πόσο θα εξομαλύνει την κατάσταση από εδώ και πέρα. Ο λόγος είναι ότι οι περιορισμοί που ασκεί στις ΑΠΕ δεν θα έχουν εφαρμογή σε έργα τα οποία έχουν ήδη λάβει απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) ή έχουν ετοιμότητα φακέλλου.
Στην πράξη, υπάρχει σήμερα μια «ουρά» με έργα συνολικής ισχύος περί τα 100 GW, τα οποία ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Πρόκειται για ένα πλήθος που από μόνο του επαρκεί για επίτευξη του εθνικού στόχου στις ΑΠΕ, όχι μόνο για το 2030, αλλά και ακόμα παραπέρα.
Ενδεικτικά, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα θέτει ένα στόχο στα 13,5 GW για τα φωτοβολταϊκά το 2030 και στα 35 GW για το 2050. Στα αιολικά ο αντίστοιχος είναι 8,9 GW το 2030 και 13 GW το 2050.
Έτσι, τα ήδη εγκατεστημένα 18 GW ΑΠΕ μαζί με τα περίπου 100 GW αδειοδοτημένων περιβαλλοντικά έργων που περνούν τον “πήχη”, οδηγούν σε ένα σύνολο ικανό να καλύψει θεωρητικά τις ανάγκες για νέες εγκαταστάσεις ως τα μισά του αιώνα.
Στην πράξη, το μεγαλύτερο κομμάτι αυτών των σχεδιαζόμενων έργων δεν πρόκειται να υλοποιηθεί, καθώς πολύ απλά δεν υπάρχει η ζήτηση. Επίσης, ορισμένα λιγότερο ή περισσότερο ώριμα σχέδια δεν θα κατασκευαστούν για διάφορους άλλους λόγους, όπως η επενδυτική ετοιμότητα, οι εμπορικές συνθήκες στην αγορά κτλ.
Έτσι, προκύπτει πιθανώς και ένας χώρος για έργα που θα υπάγονται στο νέο χωροταξικό ώστε να καλύψουν το όποιο κενό προκύψει. Και πάλι, όμως, μιλάμε για ένα μέρος μονάχα των μελλοντικών επενδύσεων που θα γίνουν στη χώρα μας με βάση το νέο καθεστώς.
Καταλήγοντας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι παρόλο που το χωροταξικό βάζει θεωρητικά ένα “στοπ” στην προηγούμενη αναρχία, έρχεται μάλλον πολύ αργά για να κάνει κάποια ουσιαστική διαφορά.
