Υψηλό ανταγωνιστικό κόστος προμήθειας και σχετικά χαμηλοί φόροι και τέλη χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με ανάλυση που πραγματοποίησε το Green Tank και δημοσιεύεται σήμερα (20.5.2026), διαχρονικά η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της ΕΕ-27 ως προς το κόστος ενέργειας και προμήθειας, δηλαδή το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων της λιανικής ηλεκτρικού ρεύματος.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Παρόλο που το συγκεκριμένο σκέλος του λογαριασμού στην Ελλάδα πλησίασε τον μέσο όρο της ΕΕ-27 το 2024, η «ψαλίδα» άνοιξε εκ νέου το 2025, με τη χώρα μας να είναι ακριβότερη κατά 36.5 €/ΜWh (ή 29.3%) και 72.6 €/ΜWh (ή 57.8%) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους ονομαστικών τιμών και πρότυπου αγοραστικής δύναμης, αντίστοιχα.
Έτσι, το 2025 η Ελλάδα ήταν η πιο ακριβή χώρα της ΕΕ-27 στο ίδιο το ρεύμα με βάση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές.
Θα πρέπει, πάντως, να επισημάνουμε ότι προκύπτει μια διαφορετική εικόνα αν συνυπολογίσουμε τα τέλη και τους φόρους: Τα στοιχεία του παρατηρητηρίου ΗΕΡΙ που μετράνε το συνολικό κόστος του λογαριασμού, δείχνουν ότι η χώρα μας βρίσκεται κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ τηρουμένης και της αγοραστικής δύναμης.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Πρώτοι στην ενεργειακή φτώχεια
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ταυτόχρονα και ορισμένα άλλα μεγέθη σχετικά με την ελληνική αγορά που αναδεικνύει το Green Tank. Στη χώρα μας η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί το 38.4% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας των νοικοκυριών, μερίδιο αρκετά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 που βρίσκεται στο 26.9%.
Το γεγονός αυτό εξηγεί την ευαισθησία που χαρακτηρίζει τους Έλληνες καταναλωτές ως προς τις αντιδράσεις τους απέναντι σε εξελίξεις όπως είναι π.χ. ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης σε έναν από τους κύριους δείκτες ενεργειακής φτώχειας: Το μερίδιο των ελληνικών νοικοκυριών που είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας το 2025 ήταν 31.9%, ποσοστό 4.5 φορές υψηλότερο του αντίστοιχου μέσου όρου της ΕΕ-27 (7%).
Τα κίτρινα τιμολόγια ήταν τα φθηνότερα
Κοιτάζοντας τα τρία βασικά χρώματα των τιμολογίων, προκύπτει ότι τα πράσινα (ρυθμιζόμενα) ήταν ακριβότερα από τα μπλε και τα κίτρινα το 2024 και το 2025 με εξαίρεση τους πέντε πρώτους μήνες του 2024.
Την περσινή χρονιά το μέσο πράσινο τιμολόγιο υπερέβη κατά 23,1% το μέσο μπλε και κατά 34,3% το μέσο κίτρινο. Κατά μέσο όρο για ολόκληρο το 2024, το μέσο μπλε τιμολόγιο ήταν σχεδόν 20% ακριβότερο του μέσου κίτρινου, με τη διαφορά να μειώνεται στο μισό (9.5%) το 2025.
Πάντως, θα πρέπει να σχολιάσουμε ότι η σύγκριση δεν αποτυπώνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τα χρώματα μεταξύ τους και επηρεάζουν τις καταναλωτικές αποφάσεις.
Για παράδειγμα, κάποιος που επιλέγει ένα μπλε τιμολόγιο, το κάνει ώστε να «κλειδώσει» μια τιμή για διάστημα ενός ή δύο ετών και να μην χρειάζεται να προβληματίζεται για τη μηνιαία εξέλιξη των τιμών. Πρόκειται για κάτι που έχει τη σημασία του στην παρούσα χρονική περίοδο με την ενεργειακή κρίση.
Επίσης, ο κάθε προμηθευτής ακολουθεί διαφορετική εμπορική πολιτική: Αρκετοί επιλέγουν να προωθήσουν τα μπλε προϊόντα, με τιμές που την τελευταία διετία βρέθηκαν σε ορισμένες φάσεις κοντά ή και κάτω από το κόστος. Άλλοι τοποθετούν επίτηδες πολύ ψηλά τις τιμές των πράσινων, ώστε να στρέψουν τους πελάτες στα μπλε και τα κίτρινα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη διαφορά του μέσου όρου μεταξύ τους.