Με σημαντική υποχώρηση άνοιξε σήμερα (2.3.3036) η Wall Street, τρίτη ημέρα του πολέμου στο Ιραν, με τις μετοχές του αεροπορικού τομέα και του τουρισμού να καταγράφουν πτώση, σε αντίθεση με την αμυντική βιομηχανία και την ενέργεια.
Αναλυτικότερα, οι αναλυτές της Wall Street, εκτιμούν ότι ο πόλεμος του Ιράν θα έχει επιπτώσεις στην τιμή του πετρελαίου αλλά και ευρύτερα στην παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο. Το σοκ θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και το εύρος της σύγκρουσης.
Με την έναρξη της συνεδρίασης ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρούσε κατά 0,89%, ο δείκτης Nasdaq κατά 0,64% και ο διευρυμένος δείκτης S&P 500 κατά 0,63%. Το Χρηματιστήριο του Παρισιού υποχωρούσε κατά 2,22%, της Φραγκφούρτης κατά 2,67%, του Λονδίνου κατά 1,59% και του Μιλάνου 2,53%.
Από το Σαββατοκύριακο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δυσχεραίνει σημαντικά τις θαλάσσιες μεταφορές στο στενό του Ορμούζ, μια θαλάσσια οδό στρατηγικής σημασίας μεταξύ του Ιράν και του σουλανάτου του Ομάν, απ’ όπου περνά περίπου το 20% του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως.
Αυτό έχει ως συνέπεια η τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να εκτοξεύεται. Γύρω στις 16.10 (ώρα Ελλάδας) το Μπρεντ της Βόρειας Θάλασσας είχε φτάσει τα 79,30 δολάρια το βαρέλι (+8,82%) αφού νωρίτερα ξεπέρασε και τα 80 δολάρια. Στις αρχές του έτους η τιμή κυμαινόταν στα 61 δολάρια/βαρέλι.
Ο οικονομολόγος Σιλβέν Μπερσινιέρ, ιδρυτής της εταιρείας Bersingéco, είπε ότι η κατάσταση αυτή «ενέχει τον κίνδυνο μιας τρίτης πετρελαϊκής κρίσης, μετά από εκείνες του 1973 και του 1979 και μετά την κρίση του φυσικού αερίου του 2022», χαρακτηρίζοντας «αξιόπιστο σενάριο» την πιθανότητα ο μαύρος χρυσός να εκτοξευτεί στα 110 δολάρια το βαρέλι. Επισήμανε ωστόσο ότι στο παρελθόν, συγκεκριμένα το 2008, το πετρέλαιο είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα 140 δολάρια το βαρέλι και, στις αρχές της δεκαετίας του 2010 κυμαινόταν στα 100 δολάρια.
Για τον Άνταμ Χετς, της επενδυτικής εταιρείας Janus Henderson, η τιμή του πετρελαίου ασφαλώς θα αυξηθεί, αλλά θα παραμείνει σε «λογικά επίπεδα».
Αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο
Ο πόλεμος αυτός είναι ενδεχομένως ένα σοκ «τη χειρότερη δυνατή στιγμή», καθώς το παγκόσμιο εμπόριο αντιμετώπιζε ήδη δυσκολίες, λόγω της «επίθεσης» του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με την επιβολή δασμών, λίγα μόλις χρόνια μετά την πανδημία της Covid-19 και ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, εκτιμούν οι οικονομολόγοι της τράπεζας ING.
Πέραν του τομέα της ενέργειας, το κλείσιμο του εναέριου χώρου στον Κόλπο διαταράσσει τους αεροπορικούς διαδρόμους μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας, ανέφεραν σε ένα υπόμνημά τους.
Για τον Ρούμπεν Νίζαρντ, υπεύθυνο έρευνας στην ασφαλιστική εταιρεία Coface, υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν τα ασφάλιστρα για τη ναυσιπλοΐα, γεγονός που θα συνέβαλε στη δημιουργία ενός ολοένα και πιο πληθωριστικού περιβάλλοντος. «Σε παγκόσμιο επίπεδο, θα άνοιγε η πόρτα για ένα οικονομικό σενάριο στασιμοπληθωρισμού, με πολύ χαμηλή ή και μηδενική ανάπτυξη, ενδεχομένως και αρνητική σε ορισμένες χώρες», προειδοποίησε.
Επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και τον πληθωρισμό
Ο πόλεμος θα επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία και τις αγορές, εφόσον έχει διάρκεια. Για τους οικονομολόγους της τράπεζας Natixis, «κάθε παρατεταμένη διακοπή» της ναυσιπλοΐας στο Χορμούς «θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στις αγορές αλλά και την πληθωριστική δυναμική και την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα». Θεωρούν επίσης ότι «η Κίνα είναι αυτή που θα επηρεαζόταν ιδιαιτέρως» από τη σύγκρουση.
Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και ο Σιρίλ Πουαριέ-Κουτανσέ, διευθυντής του τμήματος ερευνών στο Κέντρο Θαλάσσιων Στρατηγικών Μελετών της Γαλλίας. «Το κλείσιμο του Χορμούζ είναι ένα μεγάλο ζήτημα για την παγκόσμια οικονομία» και κυρίως «για την κινεζική οικονομία» καθώς «η Ασία εξαρτάται περισσότερο από το Χορμούζ για τις εισαγωγές της», εξήγησε.
«Το ερώτημα είναι εάν θα υπάρχει το αναγκαίο καύσιμο για να κινείται η παγκόσμια μηχανή», κατέληξε.
Ο Σιλβέν Μπερσινιέρ είπε από την πλευρά του ότι «το πληθωριστικό σοκ θα είναι, με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις που βασίζονται στα διαθέσιμα δεδομένα, μικρότερο από εκείνο του 2022-23», λέγοντας ότι, σε ό,τι αφορά τη γαλλική οικονομία, «θα αποφύγει την ύφεση».
Στην Ευρώπη, τα επιτόκια στις περισσότερες χώρες αυξήθηκαν σήμερα, καθώς οι επενδυτές φοβούνται την αύξηση του πληθωρισμούς. Το επιτόκιο του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου (επιτόκιο αναφοράς για το κόστος δανεισμού στην ευρωζώνη), κυμαινόταν στο 2,70% στις 16.30 (ώρα Ελλάδας), από 2,64% την Παρασκευή.
