Οι εικόνες από τα νησιά Φερόε κάνουν κάθε χρόνο τον γύρο του κόσμου και κάθε χρόνο προκαλούν την ίδια αντίδραση. Θάλασσες βαμμένες κόκκινες από το αίμα. Δεκάδες ή εκατοντάδες φάλαινες εγκλωβισμένες σε κλειστούς κόλπους.
Άνθρωποι να υπερασπίζονται μια πρακτική που για τους ίδιους αποτελεί μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και για εκατομμύρια άλλους μια εικόνα που μοιάζει να έρχεται από έναν άλλο αιώνα.
Το ίδιο συνέβη και φέτος. Και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση ακολούθησε δύο προβλέψιμους δρόμους.
Από τη μία πλευρά, όσοι μίλησαν για βαρβαρότητα. Από την άλλη, όσοι υπενθύμισαν ότι πρόκειται για μια παράδοση αιώνων και ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει σε έναν λαό πώς θα διαχειρίζεται τα έθιμά του.
Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο πλευρές συχνά αποφεύγουν το ουσιαστικό ερώτημα. Όχι αν μια πρακτική είναι παλιά. Όχι αν είναι δημοφιλής. Όχι αν αποτελεί στοιχείο μιας πολιτιστικής ταυτότητας. Αλλά αν η επίκληση της παράδοσης αρκεί από μόνη της ως ηθικό επιχείρημα.
Η δική μου απάντηση είναι όχι. Η παράδοση αξίζει σεβασμό. Δεν αξίζει ασυλία.
Αν κάτι μας διδάσκει η ιστορία, είναι ότι σχεδόν κάθε κοινωνία κληρονόμησε πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες και αργότερα εγκαταλείφθηκαν. Όχι επειδή οι άνθρωποι σταμάτησαν να σέβονται το παρελθόν τους, αλλά επειδή άρχισαν να το εξετάζουν πιο κριτικά.
Το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει επί αιώνες δεν απαντά στο ερώτημα αν πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει. Απαντά μόνο στο ερώτημα πόσο καιρό συμβαίνει. Και αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Η συζήτηση για τα Νησιά Φερόε είναι δύσκολη ακριβώς επειδή δεν αφορά μόνο τις φάλαινες. Αφορά την ίδια τη σχέση μας με την παράδοση.
Οι κάτοικοι των νησιών δεν βλέπουν το Grindadráp με τα μάτια ενός εξωτερικού παρατηρητή. Για πολλούς αποτελεί κομμάτι της ιστορίας, της συλλογικής μνήμης και της ταυτότητάς τους. Αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με πολιτισμική αλαζονεία.
Όμως ούτε η παράδοση μπορεί να λειτουργεί ως τελική απάντηση σε κάθε ηθική αμφισβήτηση. Γιατί αν δεχτούμε ότι η μακροχρόνια ύπαρξη μιας πρακτικής αρκεί για να τη νομιμοποιήσει, τότε ακυρώνουμε κάθε έννοια ηθικής προόδου.
Κάθε κοινωνία που εξελίχθηκε το έκανε επειδή κάποια στιγμή τόλμησε να αμφισβητήσει συνήθειες, θεσμούς και αντιλήψεις που μέχρι τότε θεωρούνταν φυσικές.
Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πιστής διατήρησης όλων των παραδόσεων. Είναι η ιστορία της δύσκολης επιλογής ανάμεσα σε εκείνες που αξίζει να διατηρηθούν και σε εκείνες που πρέπει να εγκαταλειφθούν.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο ακριβώς δίλημμα βρίσκεται στον πυρήνα και του μυθιστορήματος «Grindadráp» του Γάλλου συγγραφέα Καρίλ Φερέ.
Ο Φερέ δεν χρησιμοποιεί το αιματηρό έθιμο ως ένα εξωτικό σκηνικό για ένα ακόμη αστυνομικό θρίλερ. Το μετατρέπει σε φακό μέσα από τον οποίο εξετάζει μια βαθύτερη ανθρώπινη σύγκρουση. Τι συμβαίνει όταν μια κοινότητα θεωρεί μέρος της ταυτότητάς της κάτι που ο υπόλοιπος κόσμος αδυνατεί πλέον να αποδεχθεί ηθικά;
Αυτό είναι που κάνει το βιβλίο τόσο επίκαιρο. Το πραγματικό του θέμα δεν είναι οι φάλαινες. Είναι η σχέση ανάμεσα στην παράδοση και την ηθική. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια κοινωνία καλείται να απαντήσει αν συνεχίζει να κάνει κάτι επειδή εξακολουθεί να το θεωρεί σωστό ή απλώς επειδή το έκανε πάντοτε.
Και αυτή είναι μια ερώτηση που ξεπερνά κατά πολύ τα νησιά Φερόε. Γιατί η πραγματική δοκιμασία μιας παράδοσης δεν είναι να επιβιώσει στον χρόνο. Είναι να αντέξει στις ερωτήσεις που της θέτει κάθε νέα εποχή.
Οι κοινωνίες δεν γίνονται πιο ώριμες όταν απορρίπτουν συλλήβδην το παρελθόν τους. Γίνονται πιο ώριμες όταν έχουν το θάρρος να το επανεξετάζουν, ακόμη κι όταν τα συμπεράσματα δεν είναι βολικά.
Η παράδοση είναι πολύτιμη. Αλλά δεν είναι λευκή επιταγή.
Κάθε γενιά οφείλει να απαντά ξανά στο ίδιο ερώτημα. Αυτό που κληρονομήσαμε αξίζει να συνεχίσει να υπάρχει; Ή το διατηρούμε απλώς επειδή συνηθίσαμε την ύπαρξή του;
Τα νησιά Φερόε μπορεί να βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εμάς. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν αφορά αυτούς. Αφορά όλους εμάς και όσα θεωρούμε δεδομένα μόνο και μόνο επειδή τα βρήκαμε εκεί. Γιατί κάποια στιγμή κάθε παράδοση, όπως και κάθε βεβαιότητα, αξίζει μια απλή ερώτηση: Την κρατάμε επειδή είναι σωστή ή επειδή συνηθίσαμε να υπάρχει;