Αφορμή για τη νέα συζήτηση γύρω από τη σχέση των σκύλων με την έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου αποτέλεσε η πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη της Μαίρης Κοντολούρη στην εκπομπή Buongiorno, όπου μίλησε δημόσια για την προσωπική της μάχη με τον καρκίνο του μαστού και τον καθοριστικό, όπως περιέγραψε, ρόλο που έπαιξε ο σκύλος της στη διάγνωση της ασθένειας.
Η δημοσιογράφος αποκάλυψε ότι διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού πριν από δέκα χρόνια, έπειτα από μια ασυνήθιστη συμπεριφορά του σκύλου της.
Όπως ανέφερε, το ζώο εμφάνιζε έντονη εμμονή με το στήθος της, σε μια περίοδο κατά την οποία οι προηγούμενες εξετάσεις δεν είχαν εντοπίσει κάποιο πρόβλημα.
«Ο σκύλος μου είχε καρκίνο και πριν πεθάνει είχε μία εμμονή με το στήθος μου. Ούτε 24ωρο μετά που έφυγε από τη ζωή, πήγα και έκανα έναν τρισδιάστατο υπέρηχο μαστού και μου βρήκαν ότι είχα έναν προχωρημένο καρκίνο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η μαρτυρία της αναζωπύρωσε ένα ερώτημα που η επιστήμη προσπαθεί εδώ και χρόνια να απαντήσει με τεκμηριωμένο τρόπο: είναι δυνατόν οι σκύλοι να «μυρίζουν» τον καρκίνο;
Παρότι τέτοιες ιστορίες συχνά αντιμετωπίζονται αρχικά με σκεπτικισμό, η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι το φαινόμενο δεν θεωρείται πλέον απλώς μια συμπτωματική παρατήρηση.
Τα τελευταία χρόνια, ερευνητικές ομάδες από πανεπιστήμια και ιατρικά κέντρα σε Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες και Ασία έχουν πραγματοποιήσει δεκάδες μελέτες πάνω στην ικανότητα των σκύλων να ανιχνεύουν ορισμένες μορφές καρκίνου μέσω της όσφρησης.
Η επιστημονική εξήγηση βασίζεται στις λεγόμενες πτητικές οργανικές ενώσεις, γνωστές ως VOCs. Τα καρκινικά κύτταρα μεταβάλλουν τον μεταβολισμό του οργανισμού και παράγουν διαφορετικά χημικά υποπροϊόντα, τα οποία απελευθερώνονται μέσω της αναπνοής, του ιδρώτα, των ούρων ή του δέρματος.
Αυτές οι ουσίες δημιουργούν ένα ιδιαίτερο «οσφρητικό αποτύπωμα», το οποίο φαίνεται ότι μπορεί να αναγνωριστεί από την εξαιρετικά ανεπτυγμένη όσφρηση των σκύλων.
Η βιολογία των σκύλων ενισχύει αυτή τη θεωρία. Ένας σκύλος διαθέτει έως και 300 εκατομμύρια οσφρητικούς υποδοχείς, έναντι περίπου 6 εκατομμυρίων στον άνθρωπο, ενώ το τμήμα του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τις μυρωδιές είναι αναλογικά πολλαπλάσιο.
Αυτή η εξαιρετική ικανότητα τους επιτρέπει να εντοπίζουν χημικές ουσίες σε επίπεδα που θεωρούνται σχεδόν αδιανόητα για τον άνθρωπο, ακόμη και σε συγκεντρώσεις μερικών μερών ανά τρισεκατομμύριο.
Οι πρώτες οργανωμένες επιστημονικές έρευνες ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μία από τις πιο γνωστές δημοσιεύθηκε το 2004 στο ιατρικό περιοδικό BMJ και αφορούσε την ανίχνευση καρκίνου της ουροδόχου κύστης από εκπαιδευμένους σκύλους.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ζώα μπορούσαν να αναγνωρίσουν δείγματα ούρων ασθενών με σημαντικά μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι θα επέτρεπε η τυχαία επιλογή.
Ακολούθησαν μελέτες για τον καρκίνο του πνεύμονα, του μαστού, του προστάτη, του παχέος εντέρου, των ωοθηκών αλλά και για το μελάνωμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ποσοστά επιτυχίας ήταν εντυπωσιακά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε μελέτη για τον καρκίνο του πνεύμονα, στην οποία εκπαιδευμένοι σκύλοι εξέτασαν δείγματα εκπνεόμενου αέρα ασθενών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ευαισθησία που άγγιζε το 97% και ειδικότητα έως και 99%, ποσοστά που θεωρούνται εξαιρετικά υψηλά για διαγνωστική μέθοδο.
Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι σκύλοι μπορούσαν να εντοπίσουν ακόμη και πολύ μικρούς όγκους, σε στάδια όπου η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της νόσου.
Μελέτες που δημοσιεύθηκαν στο European Respiratory Journal και σε άλλα επιστημονικά περιοδικά κατέγραψαν ανάλογα αποτελέσματα ακόμη και σε πρώιμα στάδια καρκίνου, ενισχύοντας το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι έρευνες γύρω από τον καρκίνο του μαστού, καθώς σχετίζονται άμεσα με τη μαρτυρία της Μαίρης Κοντολούρη.
Ορισμένες μελέτες υποστηρίζουν ότι ο καρκίνος του μαστού παράγει συγκεκριμένες VOCs, οι οποίες μπορούν να ανιχνευθούν είτε μέσω της αναπνοής είτε από δείγματα ιστών και σωματικών εκκρίσεων.
Παράλληλα, έρευνες γύρω από το μελάνωμα έδειξαν ότι εκπαιδευμένοι σκύλοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν κακοήθεις δερματικές βλάβες από καλοήθεις σπίλους ή υγιές δέρμα μόνο μέσω της όσφρησης, γεγονός που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την υπόθεση ότι κάθε μορφή καρκίνου αφήνει το δικό της χημικό «ίχνος».
Αν και η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, τα αποτελέσματα θεωρούνται αρκετά ισχυρά ώστε να έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον βιοϊατρικών εργαστηρίων και εταιρειών τεχνολογίας.
Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα που λαμβάνουν τέτοιες μελέτες, οι επιστήμονες αποφεύγουν να μιλήσουν για μια έτοιμη διαγνωστική μέθοδο.
Οι περισσότεροι ερευνητές τονίζουν ότι οι σκύλοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιατρικές εξετάσεις, ούτε να χρησιμοποιηθούν ως αυτόνομο εργαλείο διάγνωσης.
Η συμπεριφορά τους μπορεί να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως φάρμακα, διατροφή, λοιμώξεις ή ακόμη και περιβαλλοντικές οσμές, ενώ η εκπαίδευση κάθε σκύλου απαιτεί χρόνο, εξειδίκευση και συνεχή αξιολόγηση.
Επιπλέον, πολλές από τις υπάρχουσες μελέτες έχουν περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων και δεν ακολουθούν πάντοτε ενιαία μεθοδολογία.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, απαιτούνται μεγαλύτερες και αυστηρότερα σχεδιασμένες κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί με απόλυτη βεβαιότητα η αξιοπιστία της μεθόδου.
Ωστόσο, η πραγματική σημασία αυτής της έρευνας ίσως βρίσκεται αλλού. Οι σκύλοι φαίνεται να αποδεικνύουν ότι ο καρκίνος αφήνει πίσω του ένα συγκεκριμένο χημικό αποτύπωμα.
Αυτό έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, όπως οι λεγόμενες «ηλεκτρονικές μύτες» (electronic noses), συσκευές που επιχειρούν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η όσφρηση των σκύλων.
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι στο μέλλον θα μπορούν να αναπτυχθούν μη επεμβατικές εξετάσεις, οι οποίες θα ανιχνεύουν τον καρκίνο μέσω της αναπνοής ή άλλων βιολογικών δειγμάτων σε πολύ πρώιμο στάδιο.
Σήμερα, αρκετές ερευνητικές ομάδες συγκρίνουν ήδη την αποτελεσματικότητα των σκύλων με προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες ανίχνευσης VOCs, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά στα νοσοκομεία.
Η περίπτωση της Μαίρης Κοντολούρη δεν μπορεί φυσικά να θεωρηθεί επιστημονική απόδειξη. Ωστόσο, εντάσσεται σε μια σειρά αντίστοιχων περιστατικών που συνεχίζουν να προκαλούν το ενδιαφέρον τόσο των γιατρών όσο και των ερευνητών.
Και μπορεί η επιστήμη να μην έχει ακόμη όλες τις απαντήσεις, όμως φαίνεται ολοένα και πιο πιθανό ότι οι σκύλοι αντιλαμβάνονται βιολογικές αλλαγές στον ανθρώπινο οργανισμό πολύ πριν αυτές γίνουν εμφανείς με συμβατικές μεθόδους.
Το αν αυτή η εντυπωσιακή ικανότητα θα μετατραπεί στο μέλλον σε ένα νέο όπλο της ιατρικής παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Μέχρι τότε, οι καλύτεροι φίλοι του ανθρώπου συνεχίζουν να εκπλήσσουν ακόμη και την ίδια την επιστήμη.
