Τις πρώτες μέρες με ένα νέο κατοικίδιο, συμβαίνει κάτι παράξενο. Το ζώο έχει ήδη μπει στο σπίτι, έχει κάνει κατάληψη στον καναπέ, έχει μυρίσει κάθε γωνία του χώρου και σε κοιτάζει σαν να ζούσε εκεί πριν από σένα.
Κι όμως, ακόμα δεν έχει όνομα. Ή, πιο σωστά, έχει ήδη αποκτήσει μια μικρή λίστα από προσωρινά ονόματα που αλλάζουν κάθε λίγες ώρες.
«Μήπως να τον πούμε Ρόκυ;»
«Όχι, πολύ 2007».
«Μήπως κάτι ιταλικό;»
«Γιατί ιταλικό;»
«Δεν ξέρω, έχει ένα βλέμμα σαν να πίνει negroni».
Κάπως έτσι ξεκινά συνήθως.
Το όνομα ενός κατοικιδίου είναι από τις ελάχιστες αποφάσεις στη ζωή που παίρνονται εντελώς χωρίς λογική και παρ` όλα αυτά μοιάζουν σοβαρές.
Δεν υπογράφεις συμβόλαιο, δεν αλλάζει η οικονομική σου κατάσταση, αλλά ξέρεις ότι αυτή τη λέξη θα τη λες σχεδόν κάθε μέρα για τα επόμενα 10 ή 15 χρόνια.
Πρωί, βράδυ, νυσταγμένα, εκνευρισμένα, τρυφερά, με φωνή μωρού και με φωνή πανικού όταν το σκυλί αποφασίσει να εξαφανιστεί προς άγνωστη κατεύθυνση.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι το όνομα δεν αφορά μόνο το ζώο. Αφορά κι εσένα.
Υπάρχουν άνθρωποι που διαλέγουν ονόματα σαν να βαφτίζουν χαρακτήρα σε ταινία του Wes Anderson.
Άλλοι θέλουν κάτι επιβλητικό, λες και το γαλλικό μπουλντόγκ τους πρόκειται να ανοίξει δικηγορικό γραφείο.
Κάποιοι πηγαίνουν κατευθείαν στο χιούμορ. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ονομάζουν έναν τεράστιο ποιμενικό «Μπιζέλι» και γελάνε κάθε φορά που το λένε. Δίκαια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα καλύτερα ονόματα συνήθως δεν είναι τα «έξυπνα». Είναι εκείνα που κολλάνε πάνω στο ζώο σχεδόν κατά λάθος.
Κάποιες φορές το όνομα βγαίνει τόσο αβίαστα που δεν υπάρχει καν δεύτερη σκέψη.
Είχα έναν γάτο κατάλευκο και με δύο μπροστινά δόντια που πετάγονταν λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Όχι αρκετά για να δείχνει τρομακτικός. Περισσότερο έμοιαζε με παρεξηγημένο χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων που είχε φάει όλο το ψυγείο. Τον έβλεπες να περπατά αργά προς την κουζίνα και το μόνο όνομα που μπορούσε να του ταιριάξει ήταν «Δράκουλας».
Το αστείο είναι ότι μετά από λίγο καιρό το όνομα έπαψε να ακούγεται χιουμοριστικό. Έγινε απλώς αυτός. Ο Δράκουλας που κοιμόταν με τις ώρες στον ήλιο και απαιτούσε φαγητό σαν συνταξιούχος μαφιόζος.
Οι περισσότεροι προσπαθούν υπερβολικά στην αρχή. Θέλουν κάτι μοναδικό, κάτι που να μην υπάρχει σε άλλο πάρκο σκύλων σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων.
Μετά συνειδητοποιούν ότι δεν έχει σημασία. Γιατί όσο περνά ο καιρός, ακόμα και το πιο κοινό όνομα αποκτά προσωπικότητα.
Δεν είναι πια «Μάξ». Είναι ο δικός σου Μάξ. Αυτός που κοιμάται ανάποδα, φοβάται τη σκούπα και πιστεύει ότι κάθε σακούλα από το σούπερ μάρκετ περιέχει κάτι αποκλειστικά γι` αυτόν.
Υπάρχει όμως ένα σημείο όπου ο ενθουσιασμός μπορεί εύκολα να σε παρασύρει. Να διαλέξεις όνομα που ακούγεται ωραίο μόνο μέσα στο κεφάλι σου.
Όλα φαίνονται cool μέχρι να χρειαστεί να το φωνάξεις δυνατά σε δημόσιο χώρο. Εκεί δοκιμάζονται οι αποφάσεις. Αν ντρέπεσαι να το πεις στο πάρκο, μάλλον δεν είναι το σωστό όνομα.
Το πιο τίμιο κριτήριο είναι άλλο. Να σου βγαίνει φυσικά. Να μπορείς να το πεις χαμογελώντας χωρίς να το σκέφτεσαι.
Γιατί τα κατοικίδια, στο τέλος, μαθαίνουν λιγότερο τη λέξη και περισσότερο τον τρόπο που τη λες. Τον τόνο. Τη διάθεση. Τη σχέση πίσω από τις συλλαβές.
