«Συγκλονιστικά» χαρακτήρισε τα ντοκουμέντα με τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων στην Καισαριανή, ο γγ της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, τονίζοντας ότι πρόκειται για υλικό «μεγάλης αξίας» που δεν πρέπει απλώς να συντηρεί την ιστορική μνήμη, αλλά να διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια. Σε συνέντευξή του στο Open την Τετάρτη (18.02.2026), υποστήριξε ότι τέτοιες εκθέσεις και μουσεία, όπου εκτίθενται και προσωπικά αντικείμενα των εκτελεσμένων, οφείλουν να είναι προσβάσιμα στη νεολαία, καθώς –όπως είπε– «ανήκουν στον ελληνικό λαό».
Αναφερόμενος στη στάση των εκτελεσμένων, ο Δημήτρης Κουτσούμπας έκανε λόγο για «ηρωική» και «παλικαρίσια» επιλογή ανθρώπων «με ανώτερα ιδανικά», που ήταν «πεισμένοι για το δίκιο τους» και διαπαιδαγωγημένοι «να υπηρετούν τον λαό», ακόμη και με θυσία της ίδιας της ζωής τους, «για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες» για τη λευτεριά και την ευημερία. Παράλληλα, ο γγ της ΚΕ του ΚΚΕ επέμεινε ότι «πρέπει να λέγεται ολόκληρη η αλήθεια» για την ταυτότητα των 200 εκτελεσμένων στην Καισαριανή, υποστηρίζοντας ότι κάποιοι αποκρύπτουν ότι ήταν κομμουνιστές. Όπως σημείωσε, επικαλέστηκε και διαταγή της χιτλερικής διοίκησης που –κατά τον ίδιο– ανέφερε ρητά «να πάρετε 200 κομμουνιστές» από το Χαϊδάρι, προσθέτοντας ότι δεν υπέγραψαν «δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του ΚΚΕ».
Ο Δημήτρης Κουτσούμπας κατήγγειλε, επίσης, καταστροφή του μνημείου των εκτελεσμένων από «φασιστοειδή», μιλώντας για «πολιτικούς απογόνους» των Ταγμάτων Ασφαλείας της Κατοχής και κάνοντας αναφορά σε οργανώσεις όπως η Χρυσή Αυγή. Υποστήριξε ότι υπάρχει ανάγκη «μεγάλης εκστρατείας» ώστε η νεολαία να γνωρίζει την ιστορική αλήθεια και να αποκτήσει «αντισώματα» απέναντι σε φαινόμενα που –όπως είπε– «δηλητηριάζουν» την πολιτική ζωή.
Στη συνέντευξή του, ο γγ του ΚΚΕ αναφέρθηκε και στις εργασιακές συνθήκες στο εργοστάσιο «Βιολάντα», μιλώντας για «εγκληματική ασυδοσία» παρά τις προειδοποιήσεις εργατικών σωματείων και του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων, ενώ απέδωσε ευθύνες στον κρατικό μηχανισμό και την Περιφέρεια. Επανήλθε, ακόμη, στο δυστύχημα των Τεμπών, το οποίο χαρακτήρισε «έγκλημα που συνεχίζεται εδώ και τρία χρόνια», υποστηρίζοντας ότι από την πρώτη στιγμή υπήρξαν ενδείξεις για «απόκρυψη» στοιχείων και ότι οι πραγματικές αιτίες συνδέονται με την πολιτική «απελευθέρωσης» και κατάτμησης του σιδηροδρόμου, στο πλαίσιο –όπως είπε– κατευθύνσεων της ΕΕ.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε «κοινοτικά προγράμματα» και καταγγελίες για «τενεκέδες με λάδι», υποστηρίζοντας ότι λειτουργούσαν ως μηχανισμοί χειραγώγησης, ενώ άσκησε κριτική για την αξιοποίηση σχετικών κονδυλίων. Σε πολιτικό επίπεδο, σχολίασε την «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα, εκτιμώντας ότι δεν διαθέτει προοπτικές ηγεσίας «ευρύτερου μετώπου», ενώ για το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη υποστήριξε ότι υπάρχουν εσωτερικές αντιθέσεις και πιέσεις για πιθανές συνεργασίες, ακόμη κι αν αλλάξουν πρόσωπα, «η πολιτική θα μείνει ίδια». Τέλος, για τη Μαρία Καρυστιανού διέκρινε, όπως είπε, την αγωνιστική διεκδίκηση δικαίωσης από την επιδίωξη πολιτικής παρουσίας, υποστηρίζοντας ότι για την είσοδο στην πολιτική απαιτείται συνολικό πρόγραμμα για τα μεγάλα ζητήματα.
