Συγκίνηση και θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου του ερμηνευτή Λάκη Χαλκιά σε ηλικία 82 ετών, το βράδυ της Κυριακής (02.08.2026). Την είδηση του θανάτου του Λάκη Χαλκιά, με το τεράστιο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική, γνωστοποίησε η οικογένειά του με μια λιτή ανάρτηση στη σελίδα του στο Facebook.
Ο Λάκης Χαλκιάς έφυγε ήσυχα στο νοσοκομείο Γεννηματάς, που όσο κι αν προσπάθησε γενναία να ξεπεράσει το πρόβλημα υγείας, αυτή τη φορά η καρδιά του τον πρόδωσε.
Στην ανακοίνωση αναφέρεται: «Η οικογένεια του Λάκη Χαλκιά με οδύνη και θλίψη ανακοινώνει το θάνατό του. Η ημερομηνία και η ώρα της κηδείας θα ανακοινωθούν σύντομα».
Η πορεία του είναι τεράστια από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 που πρωτοεμφανίστηκε στο τραγούδι. Άνθρωπος σεμνός και ευγενής, ένας από τους τελευταίους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού έχει ερμηνεύση στην καριέρα του μεγάλα έργα όπως «Θεσσαλικός κύκλος», «Ελεύθερους Πολιορκημένους», «Εργάτες, Μετανάστες, «Θητεία», «Πικραμένη μου γενιά».
Ο Χαλκιάς συνεργάστηκε κατά καιρούς με τα σπουδαιότερα ονόματα της μουσικής μας από Γιάννη Ρίτσο, Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλο και Στέλιο Καζαντζίδη έως Μάνο Ελευθερίου, Απόστολο Καλδάρα, Χρήστο Λεοντή, Νίκο Ξυλούρη, Σωτηρία Μπέλλου, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Γιάννη Παπαϊωάννου, Βασίλη Τσιτσάνη, Μάρκο Βαμβακάρη, Γιώργο Ζαμπέτα, Γιάννη Μαρκόπουλο, Χρήστο Λεοντή, Χρήστο Νικολόπουλο κ.ά..
Πολιτικά, ο Χαλκιάς υποστήριζε το ΚΚΕ, με το οποίο υπήρξε υποψήφιος βουλευτής στις εθνικές εκλογές του 2007.
Ένας σημαντικός εκπρόσωπος του ελληνικού τραγουδιού, το υπηρέτησε ως ερμηνευτής και μουσικός μέσα από διαφορετικά είδη, το παραδοσιακό, το λαϊκό και το έντεχνο.
Γεννημένος στα Γιάννενα στις 30 Αυγούστου 1943, ήταν γιος του κλαρινετίστα Τάσου Χαλκιά και της Μαρίκας Χαλκιά. Ανήκε στη σπουδαία μουσική οικογένεια των Χαλκιάδων που υπήρξαν οι πιο γνήσιοι εκφραστές της ηπειρώτικης λαϊκής μας μουσικής ενώ υπηρέτησαν το ίδιο πιστά και τα άλλα μουσικά είδη άλλων περιοχών της Ελλάδας.
Έπαιζε πέντε μουσικά όργανα (κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι και ασχολήθηκε με το τραγούδι από την ηλικία των επτά ετών.
Από το 1960 μέχρι το 1967 εμφανιζόταν πλάι στη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Γιώργου Ζαμπέτα, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και άλλους.
Την ίδια εποχή, τα καλοκαίρια, τραγουδούσε με το συγκρότημα της οικογένειας των Χαλκιάδων σε πανηγύρια, και γάμους και άλλες λαϊκές εκδηλώσεις.
Εκτός από την οικογενειακή κομπανία, είχε συνεργαστεί με τους κορυφαίους δημοτικούς καλλιτέχνες όπως οι Γιώργος Παπασιδέρης, Δημήτρης Ζάχος, Χρόνης Αηδονίδης, Αλέκος Κιτσάκης, Δόμνα Σαμίου κ.α. ενώ ήταν μέλος του Συλλόγου προς διάδοση της ελληνικής μουσικής του μεγάλου διδασκάλου Σίμωνος Καρά. Το 1967, έφυγε για τις Η.Π.Α. και τον Καναδά όπου έζησε μέχρι το 1971.
(EUROKINISSI/PANORAMA PRESS/ÇËÉÁÓ ÊÏÕÔÏÕËÏÃÅÍÇÓ)
Εργάστηκε ως τραγουδιστής και μουσικός, σε ελληνικά κέντρα διασκέδασης και μεταξύ άλλων συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων με τον Άντονι Κουίν, για την τηλεόραση της πόλης του Σακραμέντο της Καλιφόρνιας, στην παρουσίαση του έργου «Ζορμπάς» των Μίκη Θεοδωράκη – Νίκου Καζαντζάκη.
Το 1971, επέστρεψε στην Ελλάδα και άρχισε να ηχογραφεί λαϊκά τραγούδια σε συνεργασία με τους Χρήστο Νικολόπουλο, Αντώνη Κατινάρη, Γιάννη Καραμπεσίνη.
Εκείνη την εποχή, και μετά από υπόδειξη του ιδιοκτήτη της Columbia Τάκη Λαμπρόπουλου, έκανε μια μεγάλη μουσική στροφή. Η πρώτη συνεργασία αυτού του νέου κύκλου ήταν με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, με τον οποίο έμελλε να αναπτύξει μια μακρόχρονη καλλιτεχνική σχέση συμμετέχοντας στο μεγαλύτερο μέρος του δισκογραφικού του έργου.
Στις αρχές του 1978 κυκλοφόρησε τον πρώτο μεγάλο δίσκο του με δημοτικά τραγούδια με τον τίτλο: «Τραγούδια της Ελλάδας» στον οποίο συμμετείχε όλη η οικογένεια των Χαλκιάδων όπως και στο αμέσως επόμενο «Τα παραδοσιακά μας τραγούδια».
Σημαντική στιγμή της διαδρομής του ήταν η παρουσίαση, τον Μάιο του 2002, στο Ηρώδειο, του έργου ζωής του «2.500 Χρόνια Ελληνική Μουσική, από τον Όμηρο μέχρι σήμερα».
