Η υποχώρηση του πληθωρισμού σε Ελλάδα και ευρωζώνη δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική ελάφρυνση του κόστους ζωής, αφού συνεχίζονται οι πιέσεις στην κατανάλωση και την λειτουργία της αγοράς, επισημαίνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) σε ανάλυσή του βασισμένο στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) και στις ευρωπαϊκές οικονομικές προβλέψεις.
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι η μείωση του πληθωρισμού δεν συμπίπτει αυτόματα σε φθηνότερες τιμές και κάνει λόγο για το φαινόμενο του «έρποντος πληθωρισμού», δηλαδή τις ήπιες αλλά διαρκείς ανατιμήσεις. Μέσα από την ανάλυσή του συγκρίνει την πορεία των τιμών στην Ελλάδα με την ευρωζώνη και εστιάζει στις επιπτώσεις για την ελληνική επιχειρηματικότητα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως τονίζεται, σε ανακοίνωση, «το επιμελητήριο δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση του πληθωρισμού, αλλά αναλαμβάνει ενεργό ρόλο μέσω της ανάλυσης των εξελίξεων, της ενημέρωσης των επιχειρήσεων, της διατύπωσης προτάσεων προς τα αρμόδια όργανα και της ανάδειξης μέτρων που μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις της ακρίβειας στην αγορά».
Αναλυτικά, αναφέρονται τα εξής:
«Θεωρητικά, ακρίβεια χωρίς πληθωρισμό δεν υπάρχει, όμως, το παράδοξο της ελληνικής αγοράς είναι πως, ενώ ο ρυθμός του πληθωρισμού πέφτει, το κόστος ζωής δεν ακολουθεί, διατηρώντας μια “ακριβή καθημερινότητα” με το 80% των πολιτών να έχει αλλάξει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό και τις επιχειρήσεις να διαμαρτύρονται για μείωση του όγκου πωλήσεων, το κόστος στέγασης και ενέργειας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στο 2,9% διατήρησε η Eurostat την εκτίμησή της για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο 2025. Την ίδια περίοδο, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,9%, από 2,1% τον Νοέμβριο, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα βρισκόταν στο 2,4%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27), ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,3% τον Δεκέμβριο, έναντι 2,4% τον Νοέμβριο και 2,7% τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη τάση αποκλιμάκωσης των τιμών.
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει τη μεγαλύτερη συμβολή στον ετήσιο πληθωρισμό της ευρωζώνης, τον Δεκέμβριο του 2025, είχαν οι υπηρεσίες, προσθέτοντας 1,54 ποσοστιαίες μονάδες με συνεισφορά 3,4%. Ακολούθησαν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 0,49 ποσοστιαίες μονάδες και συνεισφορά 2,5%, καθώς και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 0,09 ποσοστιαίες μονάδες και συνεισφορά 0,4%. Αντίθετα, η ενέργεια είχε αρνητική συμβολή, αφαιρώντας 0,18 ποσοστιαίες μονάδες και με αρνητική συνεισφορά – 1,9%.
Τα στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει αισθητά σε σύγκριση με τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών και, πλέον, κινείται πιο κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στις εφαρμοζόμενες οικονομικές πολιτικές, όσο και σε εξωγενείς παράγοντες, όπως η μείωση των τιμών της ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μετά την περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει σταθεροποίηση και περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ο οποίος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί γύρω στο 2,1% την περίοδο 2025 – 2027. Στο πλαίσιο αυτό, ο λεγόμενος “έρπων πληθωρισμός”, δηλαδή οι ήπιες αυξήσεις τιμών, θεωρείται μια ελεγχόμενη και λειτουργική συνθήκη για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, πέραν των συσσωρευμένων ανατιμήσεων της πενταετίας 2021 – 2025 και οι ετήσιες αυξήσεις σε τρόφιμα και ποτά κατά 7%, των υπηρεσιών επίσης κατά 7%, των ενοικίων κατά 8% και της ενέργειας κατά 6% δυσκολεύουν το αποτέλεσμα των μέτρων αντιμετώπισης της ακρίβειας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις χειμερινές οικονομικές προβλέψεις της Κομισιόν, η ελληνική οικονομία αναμένεται, αφενός να συνεχίσει να αναπτύσσεται με σχετικά ισχυρούς ρυθμούς, της τάξης του 2,2% το 2026 και, αφετέρου, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει σταδιακά πτωτική πορεία, κινούμενος στο εύρος 2,3% – 2,8% τα επόμενα χρόνια.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, σημειώνει ότι για την αντιμετώπιση της «πενταετούς ακρίβειας» απαιτείται, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, συνδυασμός αυξήσεων μισθών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στοχευμένων ρυθμίσεων τιμών, εντατικοποίησης των ελέγχων στην αγορά, μειώσεων φορολογικών βαρών και ενισχύσεων εισοδήματος για ευάλωτες ομάδες και τη μεσαία τάξη. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθοριστικής σημασίας είναι οι μεταρρυθμίσεις στην παραγωγικότητα και τον ανταγωνισμό.
Όπως υπογραμμίζει, η ακρίβεια στην τελική τιμή των προϊόντων οφείλεται σε ποσοστό περίπου 80% στο κόστος παραγωγής και στις τιμές των εισαγόμενων αγαθών. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει τη μεταρρύθμιση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές και αναδιάταξη των βασικών αγαθών, με στόχο την αντιμετώπιση της «παγιωμένης ακρίβειας», διατηρώντας παράλληλα την ανοδική πορεία των ετήσιων εσόδων από ΦΠΑ, που ανέρχονται σε περίπου 29 δισ. ευρώ.
Τέλος, εκφράζει την προσδοκία ότι η νέα Αρχή Εποπτείας της Αγοράς, με ισχυρές αρμοδιότητες και επαρκή στελέχωση, θα ενισχύσει τους ελέγχους, τη διαφάνεια και τον υγιή ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών στην αγορά.