Ο Κέβιν Πάντερ είναι πλέον ένας από τους κορυφαίους γκαρντ στη Euroleague, αλλά το ξεκίνημά του στην Ευρώπη ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, με τον ίδιο να περνάει άσχημα στην πρώτη παρουσία του στην Ελλάδα.
Μετά την πορεία του στις ΗΠΑ, ο Κέβιν Πάντερ πέρασε τον Ατλαντικό για το Λαύριο και η ζωή του στην Ελλάδα ήταν δύσκολη αρχικά, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Αμερικανός της Μπαρτσελόνα σε συνέντευξή του στη σερβική Mozzart Sport.
Ο Πάντερ έφυγε στη συνέχεια για την Πολωνία και επέστρεψε στην Ελλάδα για την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό, σημειώνοντας ότι εκείνη την περίοδο η καριέρα του έκανε μεγάλο… άλμα, ενώ και ο ίδιος άρχισε να απολαμβάνει την Αθήνα.
Οι δηλώσεις του Πάντερ
Για τη ζωή του στην Ελλάδα: «Τρομερά δύσκολη. Δεν μου άρεσε. Όλα μύριζαν περίεργα, το ξενοδοχείο ήταν κακό, το κρεβάτι μικρό. Δεν μπορούσα να φορτίσω το κινητό μου γιατί η πρίζα δεν ήταν ίδια και κανείς δεν μου το είχε πει. Δεν ήξερα τίποτα. Τα έμαθα όλα στην πορεία. Το κινητό μου δεν δούλευε όταν προσγειώθηκα – σκέτη φρίκη. Μετά ήταν και η διαφορά ώρας, ήθελα πάση θυσία να ζω σε αμερικανικό ωράριο. Δεν έγινε κάτι τρομερό, απλώς πολλά μικρά πράγματα που με ενοχλούσαν. Ειλικρινά όμως, όλα αυτά είχαν να κάνουν με τη δική μου άγνοια για την κουλτούρα και τη ζωή εδώ. Φυσικά, αυτό άλλαξε χρόνια αργότερα, όλη μου η αντίληψη για τη ζωή στην Ευρώπη άλλαξε, αλλά τότε… εκείνα τα πρώτα χρόνια ήταν πραγματικά πολύ δύσκολα για να συνηθίσω».
Για τη συνέχεια της καριέρας του: «Βέλγιο. Έπαιξα για μικρό χρονικό διάστημα στο Βέλγιο. Ήταν καλό, στην πραγματικότητα μια ανακούφιση. Δεν λέω ότι το Λαύριο ήταν κακό, έμαθα πολλά εκεί, αλλά μου έκανε καλό να αλλάξω περιβάλλον. Το Βέλγιο ήταν εντελώς διαφορετικό, άλλο στυλ, νέοι παίκτες. Μετά πήγα στην Πολωνία και θυμάμαι να τηλεφωνώ στον ατζέντη μου και να τον ρωτάω: “Γιατί πάω στην Πολωνία; Δεν είναι η Ελλάδα καλύτερη από την Πολωνία;”. Μου εξήγησε ότι ήταν επίσης μια καλή απόφαση, γιατί ήμουν σε μια μικρή πόλη, δεν υπήρχε τίποτα και τότε είπα στον εαυτό μου: πρέπει να συγκεντρωθείς στον στόχο σου, στο πώς θα επιστρέψεις στο ΝΒΑ».
Για το αν προσπάθησε να πάει στο NBA: «Όχι. Έπαιξα Summer League μόνο μετά το κολέγιο και είπα στον εαυτό μου: ποτέ ξανά! Πάω στις προετοιμασίες, πάω στις προπονήσεις και αν τους αρέσει, ΟΚ… συζητάμε και βλέπουμε τι και πώς. Αλλιώς, επιστρέφω στην Πολωνία. Έπαιξα εκεί και μάλιστα καλά, αλλά ήμουν ακόμη εντελώς ανίδεος για το τι πραγματικά σημαίνει ευρωπαϊκό μπάσκετ. Μετά από εκείνη τη σεζόν, η ΑΕΚ και ο Ντράγκαν Σάκοτα εμφανίστηκαν στην Πολωνία. Πιστεύω πως τότε ήταν η πρώτη φορά που πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη με είδαν πραγματικά».
Για την παρουσία του στην ΑΕΚ: «Ήξερα ότι πήγαινα σε ένα μεγαλύτερο κλαμπ, γιατί είχα παίξει απέναντί τους όταν ήμουν στο Λαύριο. Κατάλαβα ότι έκανα ένα βήμα μπροστά. Παίξαμε και στο γήπεδο όπου αγωνίζεται ο Παναθηναϊκός. Είχα και έναν φίλο από το Μπρούκλιν που με βοήθησε πολύ, έπαιζε κι αυτός στην ΑΕΚ. Επίσης, ένα σημαντικό στοιχείο: μετακόμιζα από την Πολωνία στην πανέμορφη Αθήνα. Ήταν κι αυτό μια αλλαγή. Ίσως τότε να ήταν η πρώτη στιγμή που σκέφτηκα: “Ε, αυτή η Ευρώπη… κάτι έχει”. Ακόμα σκεφτόμουν το ΝΒΑ, αλλά για πρώτη φορά δεν ήταν μόνο το ΝΒΑ στο μυαλό μου. Άρχισα να βλέπω και τις πιο όμορφες πλευρές του ευρωπαϊκού μπάσκετ».
Για τη συνεργασία του με τον Σάκοτα: «Εξαιρετική. Όταν ακούς “Σέρβος προπονητής”, σκέφτεσαι αμέσως ότι είναι τρελός. Ότι φωνάζει, ότι θέλει μόνο σκληρή προπόνηση. Δεν ήταν καθόλου έτσι. Ήταν καλός άνθρωπος, μπορούσες να μιλήσεις μαζί του. Οι προπονήσεις δεν ήταν τρελές. Είχα μια πολύ καλή εμπειρία με τον Ντράγκαν. Επιπλέον, είχαμε μια ομάδα γεμάτη βετεράνους και εγώ ήμουν το παιδί εκεί μέσα. Ειλικρινά, όλοι οι μεγαλύτεροι με βοήθησαν πολύ να προσαρμοστώ. Ήταν ωραία. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα σε μεγάλο σύλλογο με μεγάλες φιλοδοξίες και ο πρώτος δρόμος προς την κατάκτηση του Basketball Champions League. Τεράστια εμπειρία».
Για τον Ολυμπιακό: «Επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία, αλλά πρέπει να αποκαλύψω κάτι. Υπήρχαν κι άλλες ομάδες και μου είπαν ότι δεν ήμουν σε αυτό το επίπεδο. Δεν θα αποκαλύψω ονόματα συλλόγων και ανθρώπων, αλλά πολλοί δεν πίστεψαν σε μένα. Χάρη στον Ντέιβιντ Μπλατ, που μου έδωσε την ευκαιρία να παίξω, και του είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτό. Ένα ακόμη μεγάλο όνομα που με προπόνησε. Όταν δουλεύεις με τέτοιους ανθρώπους, εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτεσαι το μέγεθός τους, αλλά τώρα που γυρίζω την ταινία πίσω… είχα πολύ σπουδαίους προπονητές. Και είμαι ευγνώμων για πολλές από αυτές τις καταστάσεις, γιατί υπήρξαν και πολύ δύσκολες στιγμές».
Για τον Ερυθρό Αστέρα: «Δεν έπαιξα στον Ολυμπιακό όταν ο Μπλατ αποχώρησε λόγω ασθένειας. Ο βοηθός άλλαξε κάποια πράγματα και ξαφνικά δεν έπαιζα. Θυμάμαι ότι έπεσα πολύ ψυχολογικά. Ένιωθα κατάθλιψη που δεν αγωνιζόμουν, απλώς περίμενα να τελειώσει η σεζόν. Απολάμβανα τη ζωή μου στην Αθήνα – αν θυμάσαι, εκείνη τη χρονιά ο Ολυμπιακός δεν έπαιζε στο ελληνικό πρωτάθλημα. Δεν θα πω ότι έχασα την ταυτότητά μου, αλλά κάπως διαλύθηκα. Και τότε ξαφνικά ήρθε η πρόταση από τον Ερυθρό Αστέρα. Θυμάμαι ότι έπρεπε να πάω εκεί μέσα στις γιορτές, να μετακομίσω σε μια νέα πόλη, αλλά ήξερα τι να περιμένω από το συμβόλαιο και είπα: πάω. Ίσως να ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις της καριέρας μου, γιατί τότε ουσιαστικά άνοιξε η πορεία μου στην EuroLeague. Έπαιξα 12 παιχνίδια με τον Ερυθρό Αστέρα πριν από την πανδημία και έτσι πήρα το συμβόλαιο στο Μιλάνο. Έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό και μετά ήρθε το συμβόλαιο με τη Μιλάνο».
