Εδώ και λίγο καιρό είναι διαθέσιμες για παραγγελία στην Ελλάδα όλες οι εκδόσεις του Fiat Grande Panda, η αμιγώς βενζινοκίνητη, η υβριδική και η αμιγώς ηλεκτρική.
Με μια τριπλέτα επιλογών σε κινητήρια συστήματα και άλλες τόσες επιλογές εκδόσεων εξοπλισμού, το Grand Panda εντός του 2026 αναμένεται να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις πωλήσεις της Fiat στην Ελλάδα, και ειδικά στην κατηγορία B-SUV όπου εντάσσεται.
Όταν είχα οδηγήσει για πρώτη φορά το Grande Panda στην Ιταλία, γύρω από το Τορίνο όπου βρίσκεται η έδρα της Fiat, μέλος του γιγαντιαίου ομίλου Stellantis, είχα πει ότι με αυτό το μοντέλο η ιταλική μάρκα πηγαίνει για best seller. Μπορεί και να το καταφέρει τώρα με την ολοκληρωμένη γκάμα. Εχει τα φόντα να το κάνει, είναι καλοσχεδιασμένο από ιταλικά χέρια, είναι νεανικό σε χαρακτήρα, έχει χώρους και στο δρόμο δίνει αυτά που θέλει ο υποψήφιος αγοραστής ενός τέτοιου αυτοκινήτου: σβέλτες κινήσεις στην πόλη, καλή συμπεριφορά στον αυτοκίνητο, ακόμα και κίνηση εκτός δρόμου με τα 18 εκ. απόσταση από το έδαφος.
Με αυτό το άσπρο χρώμα του αυτοκινήτου δοκιμής με τα μαύρα περιμετρικά προστατευτικά, μη μου πείτε ότι το Grande Panda δεν παραπέμπει στο χαριτωμένο ζώο Panda. Ακόμα και με τα pixel LED φωτιστικά, δίνει έναν περιπαικτικό χαρακτήρα, ενώ τα ανάγλυφα λογότυπα Panda στις πόρτες, Fiat στην πίσω πόρτα και Panda στη βάση για τις ράγες οροφής και στο τελείωμα της πίσω πόρτας, μπορεί να είναι υπερβολικά, όμως οι σχεδιαστές έτσι τονίζουν την επάνοδο της μάρκας σε αυτή, την πιο ανταγωνιστική κατηγορία αυτοκινήτων όχι μόνο στην Ελλάδα (τα B-SUV κατέχουν το 35,90%), αλλά και διεθνώς.
Με 3,99 μ. μήκος, οριακά κάτω από τα 4 μ. που είναι για τους σχεδιαστές ψυχολογικό όριο σε αυτή τη κατηγορία, έχει 1,76 μ. πλάτος και 1,59 μ. ύψος, διαστάσεις σφικτές, συμπαγείς όπως λέμε και το σχεδόν τετραγωνισμένο αμάξωμα θυμίζει πολύ το αρχικό Panda. Βέβαια, η Fiat διατηρεί και θα συνεχίσει να έχει το Panda στη φαρέτρα της, ενισχύοντάς το με το Grande Panda.
Την εικόνα του μοντέλου ενισχύουν οι ράγες οροφής και τα σπόιλερ σε ασημί χρώμα, όπως και τα κάθετα φωτιστικά που θυμίζουν το εργοστάσιο της εταιρείας.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο εσωτερικό, όπου με δύο οβάλ στοιχεία, ένα που καλύπτει τον ψηφιακό πίνακα οργάνων 10 ιντσών και την οθόνη αφής 10,25 ιντσών και ένα που περικλείει την κονσόλα, παραπέμπουν στην οβάλ πίστα δοκιμών στην οροφή του εργοστασίου του Τορίνο, εκεί όπου παλαιότερα, για δεκαετίες, δοκίμαζαν τα μοντέλα και μάλιστα έχω οδηγήσει εκεί.
Οι Ιταλοί μετρ του είδους με τα χρώματα, καταφέρνουν και συνδυάζουν το κίτρινο, με το γαλάζιο στα καλά πλαστικά που είναι από ανακυκλωμένα υλικά και το μπεζ στο ταμπλό, με το ντουλαπάκι του συνοδηγού να περιέχει κατά 33% ίνες μπαμπού.
Η συναρμολόγηση, το φινίρισμα, ανήκει στα συν του αυτοκινήτου, όπως και η άνεση μπροστά, αλλά και πίσω για δύο ενήλικες. Θα καθίσει και τρίτος καθώς βολεύει ο πίσω πάγκος των καθισμάτων, με όμορφες, δίχρωμες ταπετσαρίες και καλό αφρώδες υλικό.
Χώροι για μικροαντικείμενα υπάρχουν αρκετοί, το πορτ-μπαγκάζ με 350 λίτρα είναι επαρκές για τις διαστάσεις του αυτοκινήτου, ενώ θα βρούμε λύσεις φόρτισης με θύρες USB-C εμπρός και για τους πίσω επιβάτες, θύρα 12V, ακόμα και θέση επαγωγικής φόρτισης smartphone, ηλεκτρικό χειρόφρενο και διακόπτη για το κινητήριο σύστημα – η εκκίνηση γίνεται με κλειδί.
Αυτό που βλέπεις με το που θέτεις σε λειτουργία το μοτέρ, είναι στον πίνακα οργάνων η ροή της ενέργειας στη μπαταρία του υβριδικού συστήματος του αυτοκινήτου δοκιμής, ενώ στη δεξιά πλευρά παρατηρείς πότε φορτίζεται η μπαταρία, στο Charge.
Είναι, ουσιαστικά, μια εισαγωγή στον τρόπο λειτουργίας του κινητήριου συστήματος, του οποίου η υβριδική υπόσταση απαρτίζεται από τον θερμικό κινητήρα βενζίνης, τρικύλινδρο 1.2lt, ένα ηλεκτρομοτέρ ενσωματωμένο στο 6άρι αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων και μια μικρή μπαταρία 0,9 kWh.
Η συνολική ισχύς του υβριδικού συστήματος είναι 110 hp με 205 Nm ροπής. Αρκετά καλά θα έλεγα και τα 11,2 δευτ. επιτάχυνσης στα 0-100 χλμ./ώρα δεν αφήνουν περιθώρια για σκέψεις γρήγορου ξεπετάγματος – στα 160 χλμ./ώρα η τελική ταχύτητα. Μη τα θέλουμε όλα.
Το σύστημα ανάκτησης ενέργειας από το ρολάρισμα, φορτίζει την μπαταρία μέσω του ηλεκτρομοτέρ που λειτουργεί και ως γεννήτρια, κι έτσι μπορείς να κινηθείς με ηλεκτρική υποβοήθηση, προκειμένου να μειώσεις την κατανάλωση, ενώ το ηλεκτρομοτέρ όταν δεν λειτουργεί ως γεννήτρια, ενισχύει τον κινητήρα για μεγαλύτερη απόδοση.
Με όλα αυτά να συμβαίνουν, τα φρένα δέχονται μικρότερη πίεση, η μέση κατανάλωση που είχα ήταν στα 6,9 λίτρα στα 100 χλμ. -αν όμως κινηθείς πιο στρωτά θα την κατεβάσεις περισσότερο- και το L στο κιβώτιο ταχυτήτων θα εξυπηρετήσει στην πόλη και αισθάνεσαι το φρένο στον κινητήρα, ενώ θα μαζέψει και περισσότερη ενέργεια στη μπαταρία.
Η συμπεριφορά του αυτοκινήτου στο δρόμο είναι θα έλεγα προβλέψιμα καλή. Η ανάρτηση με ημιάκαμπτο άξονα πίσω δεν νιώθεις ότι στους κακούς ελληνικούς δρόμους θα έχει τραντάγματα και το τιμόνι βαραίνει σε αίσθηση στις μεγαλύτερες ταχύτητες. Μη φοβηθείς να το πιέσεις και θα του αρέσει, όχι όμως περισσότερο από όσο πρέπει, πάνω δηλαδή από τα όριά του.
Το μοντέλο κατακλύζεται από πληθώρα συστημάτων υποβοήθησης οδηγού που ρυθμίζονται μέσα από την οθόνη αφής, ενώ σου δίνεται η δυνατότητα να απενεργοποιήσεις δύο συστήματα: ένα που σου δείχνει τα πινακίδες των δρόμων με τα όρια ταχύτητας, κυρίως, και ένα ακόμα της παρέκκλισης από τη λωρίδα κυκλοφορίας σου – γράψαμε πολύ το τελευταίο διάστημα για το Lane Assist.
Η Fiat προσφέρει το Grande Panda με τιμές από 16.990 ευρώ στην έκδοση βενζίνης των 100 ίππων, από 20.800 στην υβριδική έκδοση (23.800 ευρώ η έκδοση La Prima της δοκιμής) και από 22.800 ευρώ στην αμιγώς ηλεκτρική έκδοση των 113 ίππων.
