ΕΚΤ: Στο 22,6% η ελληνική κάλυψη στον δείκτη μισθών
Μόλις το 22,6% των εργαζομένων στην Ελλάδα καλύπτει ο μισθολογικός δείκτης της ΕΚΤ για το 2026, ποσοστό που αποτελεί το χαμηλότερο μεταξύ των εννέα χωρών του δείγματος. Ειδικότερα, για την Ελλάδα η ΕΚΤ διαθέτει στοιχεία συλλογικών συμβάσεων για περίπου 23 στους 100 εργαζομένους, έναντι 46 στους 100 κατά μέσο όρο στο σύνολο των χωρών. Η αντίστοιχη κάλυψη ανέρχεται στο 60% στην Ολλανδία και στο 74% στην Αυστρία.
Ο εν λόγω δείκτης παρακολουθεί τις μισθολογικές μεταβολές που προβλέπονται από ήδη υπογεγραμμένες συλλογικές συμβάσεις, ενσωματώνοντας παράλληλα τις προσυμφωνημένες αυξήσεις των επόμενων μηνών. Η κάλυψη μεταβάλλεται δυναμικά καθώς κυρώνονται νέες συμβάσεις ή ανανεώνονται όσες έχουν εκπνεύσει. Το ελληνικό ποσοστό αντικατοπτρίζει το περιορισμένο εύρος της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων, παραμένει ωστόσο υψηλότερο από το 18,5% που κατεγράφη ως μέσος όρος για τη χώρα κατά την περίοδο 2016–2025.
Συλλογικές συμβάσεις: Περιορισμένη η εμβέλεια στην Ελλάδα
Πίσω από τη χαμηλή κάλυψη εντοπίζεται η περιορισμένη εμβέλεια των συλλογικών συμβάσεων στην Ελλάδα, στοιχείο που η ΕΚΤ συνδέει άμεσα με το περιορισμένο εθνικό δείγμα. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ίδρυμα Eurofound, η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις στη χώρα συρρικνώθηκε αισθητά μετά τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2011–2012, οι οποίες περιόρισαν την επεκτασιμότητα και τη χρονική ισχύ τους.
Η αρχή της επεκτασιμότητας καθιστά δεσμευτική μια κλαδική σύμβαση και για επιχειρήσεις που δεν είναι μέλη των οργανώσεων που τη συνυπέγραψαν. Ο εν λόγω μηχανισμός επανήλθε το 2018 υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αντιπροσωπευτικότητας εκ μέρους των εργοδοτικών φορέων. Παράλληλα, στη μεθοδολογική της ανάλυση το 2024, η ΕΚΤ αποσαφηνίζει ότι για την ελληνική περίπτωση παρακολουθεί κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμφώσεις, αποκλείοντας τον δημόσιο τομέα — εν αντιθέσει με τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία, όπου οι εργαζόμενοι του δημοσίου περιλαμβάνονται κανονικά στις μετρήσεις.
Το growth story της ΤΙΤΑΝ
Mε συνολικές πωλήσεις 2,19 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9% έκλεισε το εννεάμηνο η ΤΙΤΑΝ. Στη σύγκριση χωρίς τις εξαγορές και τις συναλλαγματικές διαφορές, η άνοδος περιορίζεται στο 5%. Τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 242 εκατ. ευρώ (+42%), όμως η περσινή βάση επιβαρυνόταν από την πώληση της τουρκικής Adoçim. Χωρίς αυτήν, η άνοδος θα ήταν 9%. Τα λειτουργικά κέρδη πριν από αποσβέσεις, τόκους και φόρους (Ebitda) ενισχύθηκαν 2%, στα 482 εκατ. ευρώ, και σε συγκρίσιμη βάση υποχώρησαν 2%. Το τρίτο τρίμηνο έπεσαν 9%, στα 170 εκατ., με βασική αιτία τις ΗΠΑ και τις διακοπές λειτουργίας σε εργοστάσια, την κακοκαιρία στη Φλόριντα και την υποχώρηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας, ενώ ακριβότερη ενέργεια και πρώτες ύλες πίεσαν το κόστος.
Τι σημαίνει αυτό; Ότι η ανάπτυξη στηρίζεται εν μέρει σε deals 700 εκατ. ευρώ, που έδωσαν 28 εκατ. ευρώ Ebitda. Το πρόγραμμα Prime, το σχέδιο περιορισμού κόστους, οδήγησε σε εξοικονόμηση της τάξεως των 40 εκατ., με την S&P να αναβαθμίζει την αξιολόγηση από «BB+» σε επενδυτική βαθμίδα «BBB-», άρα ο δανεισμός θεωρείται διαχειρίσιμος. Για το 2026 η διοίκηση της τσιμεντοβιομηχανίας προβλέπει άνοδο πωλήσεων σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό και αύξηση του Ebitda σε μεσαίο μονοψήφιο.
Η στροφή της Alpha Bank
Η Alpha Bank θέλει να βγάζει λιγότερα χρήματα από δάνεια και περισσότερα από υπηρεσίες. Στο Investor Day της 5ης Νοεμβρίου παρουσίασε το σχέδιο «Alpha Accelerated» με ορίζοντα το 2030. Στόχος είναι τα κέρδη ανά μετοχή να φτάσουν τα 0,63 ευρώ, από 0,41 ευρώ φέτος, δηλαδή αύξηση περίπου 12% τον χρόνο. Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη θα ξεπερνούν το 1,4 δισ. ευρώ, όταν στο εννεάμηνο του 2026 έφτασαν τα 779 εκατ. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE), δηλαδή πόσα κερδίζει η τράπεζα για κάθε ευρώ κεφαλαίου των μετόχων, ανεβαίνει από 12% σε 16%.
Οι μέτοχοι βλέπουν σωρευτικές διανομές περίπου 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2027-2030. Τα μισά είναι τακτικά μερίσματα σε μετρητά και τα υπόλοιπα πρόσθετες διανομές, σε μετρητά ή με επαναγορά μετοχών. Το μέρισμα εκτιμάται ότι θα αγγίξει το 40% των κερδών έως το 2028. Πώς θα γίνει πραγματικότητα η στροφή; Τα έσοδα, περίπου 2,5 δισ. ευρώ φέτος, θα φτάσουν τα 3,3 δισ. το 2030, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 7%. Τα τρία τέταρτα της αύξησης θα προέλθουν από δραστηριότητες με πελάτες, ενώ το περιθώριο στις μεγάλες επιχειρήσεις είναι σαφές. Τρεις στις τέσσερις από όσες δανείζονται σημαντικά ποσά δεν χρησιμοποιούν ακόμη τις υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής της Alpha. Εκεί θα βοηθήσει η AXIA, με τεχνογνωσία σε συμβουλευτικές υπηρεσίες και κεφαλαιαγορές. Στα νοικοκυριά, ο στόχος είναι το ποσοστό των πελατών της κατηγορίας Affluent που επενδύουν να ανέβει από 40% σε 66%. Για να γίνει αυτό, η τράπεζα θα δαπανήσει περίπου 900 εκατ. ευρώ σε τεχνολογία και θα μετατρέψει το 30% των θέσεων εξυπηρέτησης στα καταστήματα σε θέσεις συμβούλων πελατών.
Μπαράζ απολύσεων στη UBS
Η UBS, η μεγαλύτερη τράπεζα της Ελβετίας μείωσε κατά περισσότερα από 825 εκατ. δολάρια τις δαπάνες της για εξωτερικούς συμβούλους, εργολάβους και ανάθεση εργασιών σε τρίτους. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της, στους πρώτους εννέα μήνες του 2026 ξόδεψε το ένα τρίτο λιγότερα από ό,τι στο ίδιο διάστημα πέρυσι. Παράλληλα, από τις αρχές του έτους έχει μειώσει κατά 5.500 τις θέσεις εργασίας, με ταχύτερο ρυθμό συγκριτικά με τους περισσότερους ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Τα στοιχεία δείχνουν πόσο έχει προχωρήσει η απορρόφηση της Credit Suisse. Η UBS την εξαγόρασε το 2023 με κρατική παρέμβαση και πήρε σχεδόν εν μια νυκτί περίπου 45.000 εργαζομένους. Χρειάστηκε επίσης να μεταφέρει πάνω από 1 εκατ. πελάτες στα δικά της συστήματα. Ήταν η πρώτη φορά που ενώθηκαν δύο τράπεζες «συστημικής σημασίας», δηλαδή τόσο μεγάλες ώστε η κατάρρευσή τους θα απειλούσε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο ενοποιημένος όμιλος είχε τον Ιούνιο του 2023 πάνω από 119.000 εργαζομένους. Στο τέλος Σεπτεμβρίου είχε περίπου 97.500, δηλαδή 21.500 θέσεις πλήρους απασχόλησης λιγότερες. Ξεχωριστά από την ενοποίηση, η τράπεζα ξεκίνησε τις τελευταίες εβδομάδες νέο γύρο απολύσεων στην επενδυτική της τράπεζα. Δυστυχώς η τάση περικοπών καταγράφεται ευρύτερα στον τραπεζικό κλάδο. Η HSBC έχει κόψει πάνω από 4.000 θέσεις φέτος και η Barclays ανακοίνωσε τον Οκτώβριο μείωση 5.000.
Τι συμβαίνει με τους Ιταλούς;
Ένα αξιοσημείωτο στατιστικό στοιχείο προέκυψε από πρόσφατη ευρωπαϊκή έκθεση για τον κλάδο του ηλεκτρισμού, την οποία εκπόνησε ο ευρωπαϊκός ρυθμιστικός φορέας ACER: Πέρυσι η διασύνδεση της χώρας μας με την Ιταλία βρέθηκε εκτός λειτουργίας για το 58% των συνολικών ωρών — γεγονός πρωτοφανές για υποδομή τέτοιου μεγέθους.
Η εν λόγω γραμμή έχει τεθεί εκτός λειτουργίας αρκετές φορές κατά τα προηγούμενα έτη, συνήθως κατόπιν απόφασης του Ιταλού διαχειριστή. Ο λόγος, ωστόσο, δεν έγκειται στο ίδιο το καλώδιο, αλλά στις συνθήκες που επικρατούν στο δίκτυο των νότιων περιοχών της γειτονικής χώρας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, παρατηρείται συχνά συμφόρηση, γεγονός που καθιστά απαραίτητο τον διαχωρισμό από την ελληνική αγορά προς προστασία του τοπικού συστήματος.
Πάντως, η συγκυρία ωφελεί εμμέσως την Ελλάδα σε τιμολογιακό επίπεδο, καθώς ποσότητες φθηνότερης ενέργειας δεν εξάγονται στην Ιταλία, διογκώνοντας το πλεόνασμα στην εγχώρια αγορά.
Οι μπαταρίες κάνουν τη διαφορά
Γνωστή είναι εδώ και μερικά χρόνια η σημαντική περιστολή εσόδων που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί φωτοβολταϊκών στη χώρα μας, εξαιτίας των περικοπών έγχυσης και των αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόσφατα στοιχεία κατέδειξαν ότι η τιμή αναφοράς που αποκομίζουν τα εν λόγω έργα διαμορφώθηκε νωρίτερα φέτος σε επίπεδα χαμηλότερα του 50% της ευρύτερης τιμής χονδρικής, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τις απώλειες του κλάδου.
Εντελώς διαφορετική είναι η εικόνα στην περίπτωση που ένα φωτοβολταϊκό πάρκο διαθέτει σύστημα αποθήκευσης (μπαταρία): Σε ένα τέτοιο σενάριο, η σχέση αντιστρέφεται πλήρως και η τιμή αναφοράς υπερβαίνει κατά 50% την τιμή βάσης.
Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η ενσωμάτωση μονάδων αποθήκευσης δεν αποτελεί απλή διαδικασία, ιδίως για τους μικρούς παραγωγούς. Εγείρονται ρυθμιστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια, η σύνδεση με το δίκτυο παραμένει δυσχερής, ενώ ακόμα και μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών, ο επενδυτής καλείται να διαχειριστεί ένα περιουσιακό στοιχείο με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με το φωτοβολταϊκό. Η λειτουργία της μπαταρίας απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και λήψη αποφάσεων σε ωριαία βάση, προϋποθέτοντας εξειδικευμένη τεχνογνωσία και προηγμένο λογισμικό για τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων.
Πώς ωφέλησε την Emirates η κρίση στην Μ.Ανατολή
Η αεροπορική Emirates έκλεισε το πρώτο εξάμηνο της χρήσης 2026-27 με κέρδη προ φόρων 4,1 δισ. ντιρχάμ (περίπου 1,1 δισ. δολάρια), μειωμένα κατά 66%. Τα έσοδα υποχώρησαν 12%, στα 66,2 δισ. ντιρχάμ. Η αεροπορική εταιρεία μετέφερε 21,8 εκατ. επιβάτες, 22% λιγότερους, λόγω περιορισμένου προγράμματος πτήσεων και περιοδικών κλεισιμάτων εναέριου χώρου στη σύγκρουση της περιοχής. Το κόστος καυσίμου, το μεγαλύτερο έξοδο της εταιρείας, ανέβηκε 60% πριν από τις αντισταθμιστικές συμφωνίες, αφού η τιμή του jet fuel διπλασιάστηκε διεθνώς.
Ωστόσο, η κρίση ωφέλησε ορισμένους τομείς του αεροπορικού ομίλου. Ο πρώτος είναι η μεταφορά εμπορευμάτων. Η Emirates SkyCargo μετέφερε 1,24 εκατ. τόνους, ελαφρώς λιγότερους από πέρσι. Τα έσοδά της όμως αυξήθηκαν 52%. Η σύγκρουση μείωσε τη διαθέσιμη χωρητικότητα στην αγορά και οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές έστρεψαν τους εμπόρους στο αεροπλάνο. Η Emirates επένδυσε στον κλάδο με πέντε νέα φορτηγά Boeing 777, το πρώτο αεροσκάφος που μετατράπηκε από επιβατικό σε φορτηγό, δύο νέους προορισμούς (Αλμάτι, Τζενγκτζόου) και υψηλότερες συχνότητες προς την Άπω Ανατολή.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αντιστάθμιση κινδύνου. Κέρδη 7,1 δισ. ντιρχάμ από συμβόλαια που κλείδωναν την τιμή καυσίμου περιόρισαν την καθαρή αύξηση του κόστους στο 13%. Τρίτον, η ζήτηση παρέμεινε σταθερή, ιδίως για τις πολυτελείς θέσεις. Η εταιρεία λειτουργούσε στις 30 Σεπτεμβρίου το 91% του δικτύου της πριν από την κρίση, με 150 αεροδρόμια σε 78 χώρες.