Η είδηση από τα διεθνή οικονομικά ΜΜΕ ήταν σαφής.
Παρά την προσπάθεια να αποσυμπιέσει την ασφυκτική πίεση στο αμερικανικό χρέος με πρωτοφανούς κλίμακας «επαναγορά ομολόγων», σε συνδυασμό με την «ανοικτή» στήριξη (FIMA) του γιέν (για να μη πληγεί το carry trade που χρηματοδοτεί την αγορά αμερικανικού χρέους), οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων των ΗΠΑ (30ετίας και 10ετίας) επανήλθαν σε «ύψη» υψηλότερα από εκείνα που ήταν πριν τις επαναγορές.
Αυτό είναι ένα πολύ… κακό νέο.
Όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά για όλες τις κυβερνήσεις μαζί και τις ευρωπαϊκές.
Γιατί; Γιατί σημαίνει ότι με σχετικά «soft» εργαλεία σαν αυτά που έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο από την ΕΚΤ στο παρελθόν (στην κρίση του χρέους), όσο και από την κυβέρνηση των ΗΠΑ τώρα (δηλαδή επαναγορά χρέους σε ελεγχόμενους ρυθμούς και FIMA), οι «επενδυτές» ή καλύτερα οι ισχυροί παίκτες της αγοράς του χρήματος, δεν πείθονται να δανείσουν τις κυβερνήσεις με επιτόκια σαν τα σημερινά.
Θέλουν περισσότερα και έχουν προς το παρόν και την θέληση, αλλά και τα μέσα να το επιβάλλουν αυτό στην αγορά.
Όταν στο παρελθόν συνέβησαν ανάλογης κλίμακας «επεισόδια» είχαμε σαν αποτέλεσμα καθοριστικής σημασίας συμβάντα, όπως το 1971 (κατάρρευση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς), το 1981 (παρέμβαση με διψήφια αύξηση επιτοκίων από τον Πωλ Βόλκερ) και χρειάστηκε μία δεκαετία και ενδιάμεσα μία επιτυχής συνάντηση το Plaza (1985) για να επέλθει η σχετική ηρεμία… Πίσω από την οποία βέβαια σιωπηρά παρά τις ενδιάμεσες εκρήξεις…γεννιόταν η σημερινή κρίση του χρέους που έσκασε το 2008.
Αυτά που συμβαίνουν όμως στις ΗΠΑ δεν αφορούν μόνο τις ΗΠΑ.
Το βλέπουμε αυτό και στην Ευρώπη, η Γερμανία δανείζεται με σχεδόν διπλάσια επιτόκια από τα συνήθη και στην Ιαπωνία που δανείζεται πλέον με υπερδιπλάσια επιτόκια.
Και οι ΗΠΑ διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν με κυβερνητικά «εργαλεία» να κρατήσουν τον έλεγχο της αγοράς.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του – εκρηκτικά αυξανόμενου – δημόσιου χρέους, κινείται έξω από τον έλεγχο των κυβερνήσεων και «απορροφά» το αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πολιτικών, δηλαδή τα έσοδα από φόρους.
Αυτό όμως συμβαίνει σε ένα διεθνές περιβάλλον που κανείς δεν είναι πλέον «αφεντικό». Και κανείς δεν μπορεί να πεί από τους «ενδιαφερόμενους» ότι μπορεί να ελέγχει τον πληθωρισμό (ενεργειακή κρίση, κλπ)…
Αν τα πράγματα σταματούσαν εκεί, θα μπορούσε κανείς να πεί, εντάξει, αλλά δεν έχει μπεί ακόμα στο παιχνίδι το μεγάλο «αφεντικό» του χρήματος, η Fed.
Προφανώς, αλλά αν μπεί σ’ αυτό το… παιχνίδι και η Fed και αποδειχθεί ότι ούτε αυτή μπορεί να κάνει κάτι, δεν υπάρχει τίποτα άλλο που μπορεί να γίνει… Παρ’ όλα αυτά το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι αυτό.
Είναι άλλο.
Αν μπει στο «παιχνίδι» η Fed (αυξάνοντας τα επιτόκια όσο χρειάζεται) για να σώσει το αμερικανικό δημόσιο, όπως ο Βόλκερ το 1981, αυτό θα ισοδυναμεί με την… ανατίναξη του ιδιωτικού χρέους.
Και αυτό το χρέος σήμερα είναι ένα «βουνό» πάνω στο οποίο έχει χτιστεί πέρα από όλες τις επενδυτικές φούσκες της Wall Street, το κολοσσιαίο οικοδόμημα της Τεχνητής Νοημοσύνης, με περισσότερα από ένα τρισεκατομμύριο (ομολογιακά και άλλα) χρέη. Και ας μη ξεχνάμε ότι όλα αυτά «μετριούνται» σε δολάρια.
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς γιατί ο «κόσμος» από την Κίνα, μέχρι την Μέση Ανατολή, την Ασία και την Νότια Αμερική… ψάχνονται για εναλλακτικές νομισματικές λύσεις. Όπως φάνηκε και στην τελευταία συνάντηση του G-20.
Κάπου εκεί φαίνεται να βρισκόμαστε «σήμερα», μετά από την «είδηση» του Bloomberg ότι οι αγορές «ακύρωσαν» την προσπάθεια του κ. Μπέσσεντ και οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων, επανήλθαν εκεί που ήταν πριν τις παρεμβάσεις του αμερικανικού ΥΠΟΙΚ και κατά πως φαίνεται ήδη συνεχίζουν για ψηλότερα.