Αυτόν τον καιρό συμβαίνει κάτι αξιοπρόσεκτο. Οι οικονομίες, σχεδόν σε όλες τις χώρες, από εκείνη των ΗΠΑ πρώτα απ’ όλα, μέχρι τις ευρωπαϊκές και την δική μας στην Ελλάδα, έχουν δύο ειδών «εισοδήματα».
Εκείνα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τις αγορές και τα χρηματιστήρια και εκείνα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την εργασία, μισθωτή ή όχι, δεν έχει σημασία.
Τα μεν πρώτα αναμφίβολα και παρά κάποιους ενδιάμεσους αρνητικούς σπασμούς αυξάνονται σχεδόν σταθερά, όσοι πόλεμοι και αν ξεσπάνε στο μεταξύ. Ενώ τα δεύτερα βρίσκονται σε μία διαρκή συμπίεση απώλειας πραγματικής αγοραστικής δύναμης, είτε από ανεπαρκείς προσαρμογές μισθών, είτε λόγω πληθωρισμού, είτε – που είναι και το συνηθέστερο – και από τα δύο μαζί.
Ποτέ άλλοτε η «διάσταση» αυτή δεν ήταν τόσο έντονη και τόσο εκκωφαντική, δεδομένων των συνθηκών, που χαρακτηρίζονται από πρωτοφανή αστάθεια, αναταραχές στις τιμές και συνολικά αυξανόμενη πληθωριστική πίεση.
Αυτό το «φαινόμενο» μπορεί να πει κανείς έχει σταθεροποιηθεί σαν «τάση» και μάλλον ενισχύεται ολοένα και περισσότερο.
Αυτό συμβαίνει ενώ οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζες, από αυτά που μέχρι στιγμής «κάνουν», δεν δείχνουν ικανές να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και τα όσα πολύ άσχημα μπορούν να προκύψουν από αυτή σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.
Ας δούμε τι συμβαίνει.
Οι χρηματιστηριακές αγορές συνεχίζουν να αυτο-τροφοδοτούνται από μία «φούσκα» προσδοκιών για κέρδη, ενώ οι οικονομίες με όλες τις σαφείς ενδείξεις που δίνουν μέχρι σήμερα και οι οποίες τόσο σύμφωνα με τις Κεντρικές Τράπεζες όσο και με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζες, οδεύουν σταθερά σε επιβράδυνση. Μία επιβράδυνση όμως με χαρακτηριστικά που συσσωρεύουν προσδοκίες στασιμοπληθωρισμού ή ακόμα και πληθωρισμού με ύφεση.
Προφανώς το «άρμα» που τραβάει μπροστά τις αγορές είναι η συνδυασμένη αβυσσαλέα, σε μέγεθος και βάθος χρηματοδοτική ανάγκη των κολοσσών της ΑΙ (και ότι συνδέεται με αυτή) και της ακόμα πιο βαθιάς και ανελαστικής ανάγκης των κεφαλαιαγορών να βρούν – ή να δημιουργήσουν με κάθε τρόπο – επενδυτικές αποδόσεις των κεφαλαίων τους, ικανές να συνεχίσουν την επέκτασή τους. Όλα αυτά όμως φαίνεται σαν να κινούνται αγνοώντας την παραγωγική πραγματικότητα μέσα από την οποία τροφοδοτείται η καθημερινή ζωή των ανθρώπων που ζουν μέσα από την εργασία τους, είτε την τωρινή είτε του παρελθόντος τους.
Από την άλλη πλευρά οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζες αντιμετωπίζουν αυτή την πραγματικότητα στην καλύτερη περίπτωση με… αμηχανία, όπως φαίνεται από το πως κινούνται, όσον αφορά τα επιτόκια οι Κεντρικοί Τραπεζίτες, ή τις καθημερινές συνέπειες του νέου πληθωριστικού κύματος στα εισοδήματα οι κυβερνήσεις.
Οι μεν Κεντρικοί Τραπεζίτες προσπαθούν σιγά σιγά να μας κάνουν να «χωνέψουμε» ότι εκεί που περιμέναμε μειώσεις επιτοκίων και του κόστους του χρήματος, τώρα θα φάμε στο κεφάλι αυξήσεις επιτοκίων και ακριβότερο χρήμα !
Από την άλλη οι κυβερνήσεις – υπό την καθοδήγηση (;) της Κομισιόν στην Ε.Ε. – δηλώνουν αδυναμία να στηρίξουν τα εισοδήματα που χάνουν καθημερινά την αγοραστική τους δύναμη μπροστά στον αυξανόμενο πληθωρισμό και τις ανεπαρκείς προσαρμογές των μισθών και – ακόμα και σε εκλογικό περιβάλλον – μιλάνε για «στοχευμένα» μέτρα που ακουμπάνε χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, μόλις και μετα βίας τα πολύ χαμηλά έως ανύπαρκτα εισοδήματα με λειψές επιδοματικές πολιτικές.
Αν σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν μετά από μία πανδημία και ένα πληθωριστικό τσουνάμι που ακολούθησε και έχει αφήσει πίσω του «ισοπεδωμένες ζώνες» δραστηριότητας και ζωής, έχει στα χέρια του μία «ακολουθία» οικονομικών και πολιτικών γεγονότων με μάλλον εκρηκτική… συνέχεια.
Πόσο μάλλον αν αυτή την ακολουθία την «εφαρμόσει» κανείς στον ελλαδικό χώρο, στον οποίο, όλων αυτών, έχουν προηγηθεί οι οικονομικές και πολιτικές «ζημιές» τριών μνημονίων… Θα ήταν χρήσιμο να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πόσο κοντά βρισκόμαστε, στα «αποτελέσματα» αυτής της ακολουθίας που «τρέχει» ήδη μπροστά στα μάτια μας.