Η πρώτη έκδοση δημόσιου χρέους αυτές τις ημέρες (4 δις ευρώ), για το 2026 με το νέο δεκαετές ομόλογο είναι ίσως μία καλή ευκαιρία για να κάνει κανείς μερικούς μάλλον εύκολους «υπολογισμούς» και «προβλέψεις» για την εξέλιξη του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Οι μεταβλητές που καθορίζουν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό την εξέλιξή του -πέρα από την σιωπηρή αλλά εξωφρενικά επιτυχή ενεργό διαχείριση από τον ΟΔΔΗΧ- είναι δύο μεγέθη: ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ και οι εν δυνάμει «κρυφές» υποχρεώσεις που μπορούν να αναδυθούν στο άμεσο μέλλον.

Όλα αυτά βέβαια πέρα από τις διεθνείς συνθήκες που ορίζονται βασικά από τις αντιδράσεις της ΕΚΤ όσο αφορά στα επιτόκια, στο διεθνές νομισματικό σύστημα.

Το ενδιαφέρον με το ελληνικό χρέος είναι ότι η συγκυρία της τελευταίας δεκαπενταετίας έχει φέρει έτσι τα πράγματα που και τα δύο αυτά μεγέθη, δηλαδή ο ρυθμός ανάπτυξης και οι κρυφές αυξήσεις χρέους στο άμεσο μέλλον, να αλληλοσυνδέονται με πρωτοφανή τρόπο.

Κατ’ αρχήν να υπενθυμίσουμε ότι όταν αναφερόμαστε στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ σαν καθοριστικό παράγοντα το κάνουμε γιατί η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ μεγιστοποιεί τον παρονομαστή του κλάσματος που προσδιορίζει το χρέος σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Και το οποίο για το 2025 έκλεισε περίπου στο 145,9% του ΑΕΠ σε διαρκή και σταθερή πτώση, με στόχο το 2026 να πέσει στο 138,2% του ΑΕΠ.

Ο αριθμητής του κλάσματος είναι το απόλυτο μέγεθος του δημόσιου χρέους που προς το παρόν αγγίζει τα 360 δις ευρώ. Ένα μέγεθος το οποίο παραμένει σχεδόν σταθερό με την βοήθεια αφ’ ενός των περιορισμένων δημόσιων δαπανών του Προϋπολογισμού και αφ’ ετέρου του σταθερά χαμηλού νέου δανεισμού που κινείται σε ετήσια μεγέθη της τάξης των 7 – 8 δις ευρώ.

Ένα μέγεθος δανεισμού που δεν υφίσταται πουθενά στον πλανήτη ακόμα και για οικονομίες μικρότερες της ελληνικής…

Που υπάρχει λοιπόν το «ενδιαφέρον» και το δυναμικό στοιχείο της «έκπληξης» σ’ αυτή την εξέλιξη του χρέους;

Η απάντηση είναι μάλλον προφανής παρ’ ότι αποφεύγεται να αναφέρεται με τις πραγματικές της διαστάσεις. Το κρίσιμο στοιχείο που επηρεάζει τόσο τον παρονομαστή όσο και τον αριθμητή του κλάσματος που ορίζει το ποσοστό του δημόσιου χρέους,  έχει όνομα και λέγεται Ταμείο Ανάκαμψης.

Γιατί; Γιατί το Ταμείο Ανάκαμψης και οι πόροι που έχει παράσχει στην δομή και μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, τόσο με τις δωρεάν επιδοτήσεις όσο και με τα δάνεια, σύμφωνα με την ΤτΕ ξεπερνά σαν ποσοστό συμβολής στην μεγέθυνση του ΑΕΠ το 65% – 70% άμεσα και έμμεσα.

Αλλά -όπως ήδη έχει γίνει ξεκάθαρο στο ΥΠΟΙΚ- το Ταμείο Ανάκαμψης θα συνεχίσει να αυξάνει το ελληνικό ρυθμό ανάπτυξης μόνο μέχρι τον Αύγουστο του 2026, δηλαδή φέτος. Που πάει να πει ότι ο παρονομαστής του κλάσματος φέτος θα έχει -με τα υπάρχοντα δεδομένα και ανεξαρτήτως άλλου παράγοντα- την τελευταία «καλή» του χρονιά, σαν παράγοντας ποσοστιαίας μείωσης του δημόσιου χρέους.

Το Ταμείο Ανάκαμψης όμως δεν επηρεάζει μόνο τον παρονομαστή. Επηρεάζει ή ακριβέστερα πρόκειται να επηρεάσει και τον αριθμητή του κλάσματος, δηλαδή το απόλυτο μέγεθος του δημόσιου χρέους καθώς ότι δεν «καταναλωθεί» σε δαπάνες, από τα ποσά που έχουν «απορροφηθεί» ή θα απορροφηθούν μέχρι τον Αύγουστο φέτος, θα πρέπει να επιστραφεί στα ταμεία του NGEU. Και η κυβέρνηση έχει προειδοποιηθεί γι’ αυτό… Από όσα έχουν μέχρι στιγμής διαρρεύσει από τους σχετικούς υπολογισμούς στελεχών τόσο της κυβέρνησης όσο και της ΤτΕ, το ενδεχόμενο να πρέπει να επιστραφούν κεφάλαια της τάξης του 2% – 3% του ΑΕΠ εμφανίζεται δυστυχώς εξαιρετικά ρεαλιστικό.

Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά καθαρή προσθήκη στο ήδη υπάρχον χρέος…

Με άλλα λόγια και στην βάση αυτών των υπολογισμών με τα ήδη γνωστά «δεδομένα», το 2026 είναι μάλλον η τελευταία χρονιά – αν δεν υπάρξουν άλλα «δεδομένα» από πλευράς ΕΕ – που ο ΟΔΔΗΧ θα μπορεί να διατηρεί και να ενισχύει την εικόνα του σταθερά μειούμενου χρέους. Και να σταθεροποιεί έτσι την διεθνή εικόνα της καθαρής και μοναδικής εξαίρεσης της Ελλάδας στο διογκούμενο χρέος της ΕΕ και του πλανήτη.

Με δεδομένο μάλιστα ότι τους επόμενους μήνες έρχονται και νέες αξιολογήσεις για την βελτίωση της διαβάθμισης της αξιοπιστίας του ελληνικού χρέους, ίσως μάλιστα είναι και η τελευταία ευκαιρία να ενισχυθεί αυτή η εικόνα με μία υπέρβαση των στόχων μείωσης του χρέους ακόμα και με την χρήση ενός -εντός προγράμματος- μέρους του περιβόητου «μαξιλαριού».  

Γιατί από το 2027/2028 -με τα σημερινά δεδομένα- η κατάσταση θα γίνει πολύ πιο δύσκολη, αν δεν χρειασθεί ακόμα και να επιβραδυνθεί…

Που πάει να πει πως το 2026, ο ΟΔΔΗΧ έχει ίσως για τελευταία φορά την δυνατότητα να βγάλει, ή έστω να επιχειρήσει να βγάλει, μετά από πολλά χρόνια και τρία μνημόνια, την Ελλάδα από την πρώτη θέση της λίστας των υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών χωρών… Τελευταία ευκαιρία !