Τι γίνεται όταν μία οικονομία, η μεγαλύτερη του πλανήτη, είναι βυθισμένη σε ένα κολοσσιαίο χρέος, που δεν φαίνεται πλέον δυνατό να «εξυπηρετηθεί» με ομαλό τρόπο; Στο καθοριστικής σημασίας αυτό ερώτημα καλείται να απαντήσει ο νέος πρόεδρος της Fed στο Jackson Hole. Αλλά παραδόξως κανείς από τους γνώστες της αμερικανικής οικονομίας δεν περιμένει μία σαφή απάντηση από τον κ. Κέβιν Γουόρς…
Ο λόγος είναι απλός.
Αν τολμήσει να πεί ξεκάθαρα ότι θα κάνει ότι χρειάζεται για να σταματήσει τον πληθωρισμό που εξακολουθεί εδώ και πέντε χρόνια (!) να είναι πάνω από το όριο, την επόμενη ημέρα χρηματιστήρια και ομόλογα θα τινάξουν στον αέρα την αμερικάνικη και την διεθνή οικονομία.
Αν «δείξει» ότι δεν τον ενδιαφέρει ο πληθωρισμός και η σταθερότητα των τιμών, αλλά η εξέλιξη της απασχόλησης, τα χρηματιστήρια θα χορέψουν τρελούς χορούς και οι αποδόσεις των ομολόγων θα τινάξουν στον αέρα το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, χωρίς ο κ. Μπέσσεντ να μπορεί να κάνει τίποτα, όση «καταστολή» και αν επιχειρήσει να εφαρμόσει στις αγορές με επαναγορές ομολόγων…
Ασφαλώς ο κ. Γουόρς δεν έχει κανένα λόγο να εξηγήσει στις αγορές τις προθέσεις του. Και θα τις αφήσει να πάρουν πάνω τους το «κόστος» της πρόβλεψης για την επόμενη ημέρα.
Αυτό είναι μία πρόβλεψη από την πλευρά των Οικονοκλαστικών αλλά βασίζεται σε μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα στις ΗΠΑ και αλλού, όπως και στην… Ελλάδα.
Ας δούμε όμως αυτή την πραγματικότητα.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, έχει ξεπεράσει τα 40 δις δολάρια και συνεχίζει να αυξάνεται. Χαρακτηριστικό της «κατάστασης» είναι ότι για το τρέχον οικονομικό έτος τα δημόσια έσοδα από φόρους υπερκαλύπτονται πλέον από το ύψος των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους ! Τι κάνει λοιπόν κάποιος σ’ αυτή την περίπτωση;
Η οικονομική ιστορία έχει πολλά σχετικά παραδείγματα (με ακραίο εκείνο της απολύτως ειδικής συνθήκης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) στα οποία το χρέος αντιμετωπίζεται ή μάλλον απαξιώνεται με τον πληθωρισμό.
Ένας ελεγχόμενα υψηλότερος πληθωρισμός γίνεται το εργαλείο, για μία φθηνότερη λύση αντιμετώπισης (απαξίωσης) του χρέους. Όταν τα χρήματα χάνουν αξία με ρυθμό υψηλότερο απ’ όσο αντέχει η οικονομία, το κράτος αποπληρώνει τα παλιά του δάνεια με «φθηνότερα» χρήματα, δολάρια στην περίπτωσή μας, ενώ τα φορολογικά του έσοδα, σε ονομαστικούς όρους, διογκώνονται. Αυτός είναι ένας αθόρυβος τρόπος για την ονομαστική απαξίωση του χρέους, χωρίς να «επιβληθεί» καμία επώδυνη πολιτική δραστικών περικοπών. Στην πραγματικότητα μέσω της πληθωριστικής πίεσης ενεργοποιείται μία σιωπηρή φορολογική (ιδιαίτερα μέσω του ΦΠΑ και του ΕΦΚ) μεταφορά «αξιών» από την εργασία μέσω της καταναλωτικής δαπάνης στην εξυπηρέτηση του χρέους…
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η «θεραπεία» έχει μια επικίνδυνη παρενέργεια. Αποδυναμώνει μέσα από ένα «φαύλο» νομισματικό και δημοσιονομικό κύκλο, το ίδιο το νόμισμα μέσω του οποίου πραγματοποιείτε.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ αυτό είναι το δολάριο, στο οποίο στηρίζεται η παγκόσμια «κυριαρχία» της αμερικανικής οικονομίας και ο μηχανισμός χρηματοδότησης του γιγαντιαίου εμπορικού της ελλείμματος.
Μια ανεξέλεγκτη διολίσθηση του δολαρίου θα οδηγούσε σε ακριβότερες εισαγωγές, θα τρόμαζε τους ήδη επιφυλακτικούς ξένους επενδυτές που χρηματοδοτούν το χρέος και θα μπορούσε να πυροδοτήσει ακριβώς αυτό που η Ουάσιγκτον θέλει να αποφύγει, δηλαδή μια κρίση εμπιστοσύνης στα αμερικανικά ομόλογα.
Για την αντίστοιχη «κατάσταση» διαχείρισης του χρέους μέσω του πληθωρισμού από πλευράς κυβέρνησης στην Ελλάδα υπάρχει εδώ η κρίσιμη διαφορά, καθώς το νόμισμα με το οποίο εξυπηρετείται η διαδικασία του χρέους, το ευρώ, δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις της ΤτΕ και της κυβέρνησης, αλλά από την Φρανκφούρτη. Και κατά συνέπεια αποφεύγεται η δυσάρεστη πλευρά της χρησιμοποίησης του πληθωρισμού στην διαχείριση του χρέους σε νομισματικό επίπεδο, αλλά αυξάνεται ισόποσα η δημοσιονομική και κοινωνική πίεση …
Για τον λόγο αυτό, ενώ στην Ελλάδα ακούμε τα όσα ακούμε για τα «μέτρα» ενάντια στον πληθωρισμό (που σταθερά όμως αφήνουν πάντα άθικτο τον ΦΠΑ και τον ΕΦΚ, ειδικά στα καύσιμα), ο ΥΠΟΙΚ των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ είναι υποχρεωμένος με τον κ. Γουόρς, να κινηθεί σαν ισορροπιστής σε τεντωμένο σχοινί.
Από τη μία, αύξησε τις επαναγορές μακροπρόθεσμου χρέους από το κράτος, ώστε να συγκρατήσει τεχνητά τις αποδόσεις των ομολόγων και να μην εκτιναχθεί το κόστος δανεισμού.
Από την άλλη, προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία, η κίνηση αυτή να διαβαστεί ως ανοιχτή πράξη υποτίμησης και γι’ αυτό τον λόγο στην πρόσφατη συντονισμένη παρέμβαση για τη στήριξη του ιαπωνικού γεν, οι ΗΠΑ πούλησαν ευρώ (!) αντί για δολάρια, ακριβώς για να μην στείλουν το μήνυμα ότι εγκαταλείπουν το ίδιο τους το νόμισμα.
Με άλλα λόγια πρόκειται για μία κίνηση στην κόψη του ξυραφιού την οποία συνήθως οι οικονομολόγοι αναλυτές την αποκαλούν «ήπιας μορφής χρηματοοικονομική καταστολή».
Πρόκειται δηλαδή για τεχνικές πραγματικής «παρεμβάσεις» στις αγορές που εμποδίζουν την αυθόρμητη αντίδραση των αγορών χρήματος να τιμολογήσει όπως αυτή εκτιμά τον «κίνδυνο».
Αλλά αυτό δεν είναι χωρίς κόστος. Κάπου αλλού πρέπει να μετακυληθεί το πραγματικό βάρος αυτής της παρέμβασης.
Έτσι το ερώτημα που μένει (και θα μείνει και μετά το Jackson Hole) ανοικτό είναι αν ο νέος πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, θα δεχθεί σιωπηρά αυτή τη «χαλάρωση» όπως του το ζητάει ο Τράμπ, ή θα προσπαθήσει (συνεπής στις πεποιθήσεις του) να την αντισταθμίσει με πιο «σφιχτή» νομισματική πολιτική.
Από την απάντησή του εξαρτάται αν η επικίνδυνη ισορροπία θα συνεχιστεί, ή αν το «πείραμα» θα ξεφύγει από τον έλεγχο των εμπνευστών του. Ένα είναι βέβαιο, ότι σ’ αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις χωρίς υψηλό κόστος και κατά συνέπεια, δεν έχει κανένα λόγο να βιαστεί να ξεκαθαρίσει την θέση του απέναντι στις αγορές…